Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,763 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#1463
μοίρα
μοίρα
το μερίδιο, το μερτικό
#1462
σουνα
σουνα
#1461
όπλου
όπλου
γενική ενικού του όπλο
#1460
κιάτο
κιάτο
πόλη στην Κορινθία της Πελοποννήσου
#1459
ελατό
ελατό
αιτιατική ενικού του ελατός
#1458
ρολού
ρολού
ουσιαστικόΓλυκό ή αρτοσκεύασμα σε σχήμα ρολού (π.χ. ρολό κέικ ή ρολό ψωμιού).
#1457
όχθες
όχθες
επίρρημαΧθες· την προηγούμενη μέρα από σήμερα.
#1456
όχτοι
όχτοι
ονομαστική και κλητική πληθυντικού του όχτος
#1455
σιφόν
σιφόν
είδος λεπτού μεταξωτού υφάσματος
#1454
αρσέν
αρσέν
ανδρικό όνομα
#1453
άτυπο
άτυπο
αιτιατική ενικού του άτυπος
#1452
ένθεο
ένθεο
επίθετοΠου είναι γεμάτος ενθουσιασμό ή έμπνευση.
#1451
φύατε
φύατε
#1450
έβηξε
έβηξε
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βήχω
#1449
βαλτέ
βαλτέ
κλητική ενικού του βαλτός
#1448
σεπτό
σεπτό
αιτιατική ενικού του σεπτός
#1447
ξενία
ξενία
η φιλοξενία
#1446
παπών
παπών
γενική πληθυντικού του πάπας
#1445
σάουν
σάουν
#1444
δανού
δανού
γυναικείο επώνυμο
#1443
βίαζε
βίαζε
ρήμαΠαρατατικός του «βιάζω»: ανάγκαζε ή πίεζε κάποιον να κάνει κάτι γρήγορα ή με το ζόρι.
#1442
σπάμε
σπάμε
ρήμα«Σπάμε» = σπάζουμε κάτι, το κάνουμε να σπάσει ή να χαλάσει (π.χ. γυαλί, κανόνα, ρεκόρ).
#1441
ανίας
ανίας
γενική ενικού του ανία
#1440
έθνικ
έθνικ
επίθετοΣχετικός με έθνος ή εθνική ταυτότητα· εθνικός.
#1439
σκίζε
σκίζε
ρήμαΠροστακτική του «σκίζω»: κόψε ή άνοιξε κάτι με σκίσιμο, κάν’ το κομμάτια.
#1438
ιζόλα
ιζόλα
#1437
πρόζα
πρόζα
η πεζογραφία, ο πεζός λόγος
#1436
ψεκτά
ψεκτά
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψεκτό
#1435
λάβας
λάβας
γενική ενικού του λάβα
#1434
ζάχερ
ζάχερ
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)