Wordle Ελληνικά · Αρχείο

Όλες οι λέξεις

1,864 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#1534
νάνος
νάνος
άνθρωπος πολύ κοντός και μικρόσωμος σε σχέση με άλλα άτομα της ηλικίας του
#1533
ρίσκα
ρίσκα
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρίσκο
#1532
παρία
παρία
γυναικείο όνομα
#1531
όθωνα
όθωνα
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#1530
οξέως
οξέως
γενική ενικού του οξύ
#1529
τίτος
τίτος
ανδρικό όνομα
#1528
φρύξε
φρύξε
β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φρύγω
#1527
μηρού
μηρού
γενική ενικού του μηρός
#1526
αιγές
αιγές
ουσιαστικόΠληθυντικός του «αίγα»: κατσίκες.
#1525
κορία
κορία
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#1524
κόπων
κόπων
ουσιαστικόΓενική πληθυντικού του «κόπος»: προσπάθειες ή δυσκολίες που καταβάλλονται για κάτι.
#1523
λίνον
λίνον
ουσιαστικόΤο φυτό λινάρι ή η ίνα/ύφασμα που παράγεται από αυτό (λινό).
#1522
δόλοι
δόλοι
ουσιαστικόΠληθυντικός του «δόλος»: απάτες ή τεχνάσματα με σκοπό την εξαπάτηση.
#1521
λεπτό
λεπτό
ουσιαστικόΜονάδα χρόνου ίση με 60 δευτερόλεπτα.
#1520
χέζει
χέζει
ρήμαΚάνει την ανάγκη του, αφοδεύει.
#1519
σάμου
σάμου
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#1518
βλογά
βλογά
#1517
αρνών
αρνών
ουσιαστικόΓενική πληθυντικού του «αρνί»: των αρνιών (νεαρά πρόβατα).
#1516
ρητός
ρητός
που έχει ειπωθεί, που έχει ορισθεί κατηγορηματικά και με σαφήνεια
#1515
πεάνο
πεάνο
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#1514
ψιχία
ψιχία
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψιχίο
#1513
γραφώ
γραφώ
ρήμαΓράφω: σχηματίζω γράμματα ή κείμενο (σε χαρτί ή ψηφιακά).
#1512
ειτέα
ειτέα
#1511
μάρτη
μάρτη
ουσιαστικόΤο «μάρτη» είναι το βραχιολάκι από άσπρη και κόκκινη κλωστή που φοριέται τον Μάρτιο για προστασία απ…
#1510
πόστα
πόστα
ουσιαστικόΗ πόστα είναι η θέση ή το πόστο κάποιου, ιδίως στη δουλειά ή σε υπηρεσία.
#1509
πίστη
πίστη
ουσιαστικόΕμπιστοσύνη ή πεποίθηση σε κάποιον ή κάτι· πίστη σε ιδέες ή θρησκεία.
#1508
σφαγή
σφαγή
ουσιαστικόΗ σφαγή είναι η βίαιη θανάτωση ανθρώπων ή ζώων, συχνά μαζικά.
#1507
χιουμ
χιουμ
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#1506
φυλάς
φυλάς
ρήμα«Φυλάς» είναι ο τύπος του ρήματος «φυλάω» και σημαίνει «προσέχεις/κρατάς κάτι ασφαλές».
#1505
διττή
διττή
επίθετοΠου έχει δύο όψεις ή δύο χαρακτήρες· διπλός/αμφίσημος.