Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,764 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#1434
ζάχερ
ζάχερ
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#1433
στίμη
στίμη
ο ατμός ως κινητήρια δύναμη ενός ατμόπλοιου καθώς και (συνεκδοχικά) η ταχύτητα πλεύσης του ατμόπλοιο…
#1432
σιγάω
σιγάω
ρήμαΜένω σιωπηλός/ή, δεν μιλάω ή σταματάω να μιλάω.
#1431
ύφανε
ύφανε
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υφαίνω
#1430
θαμβέ
θαμβέ
κλητική ενικού του θαμβός
#1429
κλέψε
κλέψε
β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κλέβω
#1428
κάψει
κάψει
ρήμαΘα κάψει: θα προκαλέσει φωτιά ή θα κάνει κάτι να καεί.
#1427
αμάρι
αμάρι
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#1426
ρυθμέ
ρυθμέ
κλητική ενικού του ρυθμός
#1425
δόσης
δόσης
γενική ενικού του δόση
#1424
βαράς
βαράς
#1423
άσυλα
άσυλα
ουσιαστικόΠληθυντικός του «άσυλο»: χώροι/ιδρύματα που προσφέρουν προστασία ή φιλοξενία, π.χ. άσυλα ανιάτων ή π…
#1422
έζησα
έζησα
ρήμαΑόριστος του «ζω»: έζησα = πέρασα μια περίοδο ζωής ή βίωσα κάτι.
#1421
τρέχε
τρέχε
ρήμαΠροστακτική του «τρέχω»: τρέξε, πήγαινε γρήγορα/βιάσου.
#1420
σφύρα
σφύρα
άλλη μορφή του σφυρί
#1419
λήθης
λήθης
ουσιαστικόΓενική ενικού του «λήθη»: η κατάσταση του να ξεχνάς, η λησμονιά.
#1418
ρόδιο
ρόδιο
μεταλλικό χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 45 και χημικό σύμβολο το Rh
#1417
συνών
συνών
επίθετοΛέξη που έχει ίδια ή πολύ κοντινή σημασία με μια άλλη (συνώνυμο).
#1416
ντόρο
ντόρο
αιτιατική ενικού του ντόρος
#1415
θνητέ
θνητέ
κλητική ενικού του θνητός
#1414
ζελές
ζελές
ουσιαστικόΓλυκό ζελέ, ζελατινώδες επιδόρπιο που πήζει και σερβίρεται κρύο.
#1413
κρίνα
κρίνα
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρίνο
#1412
χλωμέ
χλωμέ
κλητική ενικού του χλωμός
#1411
όχτου
όχτου
γενική ενικού του όχτος
#1410
λώβων
λώβων
#1409
άφθας
άφθας
γενική ενικού του άφθα
#1408
σύρια
σύρια
#1407
αχνές
αχνές
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχνή
#1406
κοριό
κοριό
ουσιαστικόΜικρό παρασιτικό έντομο που ζει σε στρώματα/κρεβάτια και τσιμπάει ανθρώπους.
#1405
βαλτό
βαλτό
αιτιατική ενικού του βαλτός