Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,763 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#1493
δαρθώ
δαρθώ
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δέρνομαι
#1492
ώριμα
ώριμα
επίθετοΠου έχει ωριμάσει, έτοιμο να φαγωθεί ή να χρησιμοποιηθεί (π.χ. φρούτα).
#1491
άεργο
άεργο
επίθετοΑυτός που δεν εργάζεται, άνεργος ή αδρανής.
#1490
λάθει
λάθει
ρήμαγίνεται χωρίς να το καταλάβει ή να το αντιληφθεί κάποιος· περνά απαρατήρητο.
#1489
νέμου
νέμου
#1488
κακάο
κακάο
η σκόνη που παίρνουμε με κατάλληλη επεξεργασία από τους σπόρους του κακαόδεντρου
#1487
γάλος
γάλος
η αρσενική γαλοπούλα
#1486
λαίδη
λαίδη
άλλη γραφή του λέδη
#1485
βόιδι
βόιδι
το βόδι
#1484
τζίνο
τζίνο
#1483
σάλας
σάλας
γενική ενικού του σάλα
#1482
δείλι
δείλι
το δειλινό
#1481
άζηλη
άζηλη
#1480
σάττε
σάττε
#1479
ρόζων
ρόζων
γενική πληθυντικού του ρόζος
#1478
ξαντέ
ξαντέ
κλητική ενικού του ξαντός
#1477
βάρης
βάρης
ανδρικό επώνυμο
#1476
κήρες
κήρες
#1475
ψιλοί
ψιλοί
ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψιλός
#1474
ηχείο
ηχείο
η ηλεκτρική ή ηλεκτρονική συσκευή που μεταδίδει ή ενισχύει τον ήχο
#1473
θάψαν
θάψαν
ρήμαΤρίτο πληθυντικό αορίστου του «θάβω»: έθαψαν, δηλ. έβαλαν κάτι/κάποιον στο χώμα (έκαναν ταφή).
#1472
ήγαγα
ήγαγα
ρήμαΠαρατατικός/αόριστος του «άγω»: έφερα ή οδήγησα κάποιον/κάτι κάπου.
#1471
πυρός
πυρός
γενική ενικού του πυρ
#1470
ισχνέ
ισχνέ
#1469
κοάξω
κοάξω
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοάζω
#1468
φόροι
φόροι
ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φόρος
#1467
παστά
παστά
ουσιαστικόΑλλαντικά ή κρέας/ψάρι παστό, δηλαδή διατηρημένο με αλάτι (συχνά και καπνιστό).
#1466
ήρθες
ήρθες
ρήμαΒ΄ ενικό αορίστου του «έρχομαι»: ήρθες = ήλθες, δηλ. «ήρθες εδώ/έφτασες».
#1465
μονές
μονές
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονή
#1464
πιάσε
πιάσε
β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πιάνω