Wordle Ελληνικά · Αρχείο

Όλες οι λέξεις

1,864 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#1414
ζελές
ζελές
ουσιαστικόΓλυκό ζελέ, ζελατινώδες επιδόρπιο που πήζει και σερβίρεται κρύο.
#1413
κρίνα
κρίνα
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρίνο
#1412
χλωμέ
χλωμέ
κλητική ενικού του χλωμός
#1411
όχτου
όχτου
γενική ενικού του όχτος
#1410
λώβων
λώβων
#1409
άφθας
άφθας
γενική ενικού του άφθα
#1408
σύρια
σύρια
#1407
αχνές
αχνές
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχνή
#1406
κοριό
κοριό
ουσιαστικόΜικρό παρασιτικό έντομο που ζει σε στρώματα/κρεβάτια και τσιμπάει ανθρώπους.
#1405
βαλτό
βαλτό
αιτιατική ενικού του βαλτός
#1404
ίσους
ίσους
επίθετοΤύπος του «ίσος» (αιτιατική αρσενικού πληθυντικού): που είναι ίδιοι σε αξία, μέγεθος ή ποσότητα.
#1403
σφύξη
σφύξη
άλλη μορφή του σφυγμός
#1402
σίλας
σίλας
ανδρικό όνομα
#1401
νέσσε
νέσσε
ανδρικό όνομα
#1400
άδηλε
άδηλε
κλητική ενικού του άδηλος
#1399
μύλοι
μύλοι
ουσιαστικόΠληθυντικός του «μύλος»: μηχανές ή κτίρια που αλέθουν σιτηρά (π.χ. αλευρόμυλοι).
#1398
μάμοι
μάμοι
ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μάμος
#1397
είναι
είναι
ρήμαΤύπος του ρήματος «είμαι» (γ΄ ενικό ενεστώτα): δηλώνει ότι κάτι υπάρχει ή έχει μια ιδιότητα.
#1396
βοερέ
βοερέ
κλητική ενικού του βοερός
#1395
πέπερ
πέπερ
#1394
φουντ
φουντ
#1393
νουμά
νουμά
ουσιαστικόΥποτιμητικός όρος για γυναίκα, ιδίως για πόρνη/«ελαφρών ηθών».
#1392
δεινέ
δεινέ
κλητική ενικού του δεινός
#1391
μπουν
μπουν
γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαίνω
#1390
ρακές
ρακές
ουσιαστικόΠαραδοσιακό δυνατό αλκοολούχο ποτό (τσικουδιά/ρακή), συνήθως από απόσταξη σταφυλιών.
#1389
έφοδε
έφοδε
vocative singular of έφοδος (éfodos)
#1388
ξέησα
ξέησα
ρήμαΈβρασα (π.χ. νερό ή φαγητό).
#1387
άλεθε
άλεθε
ρήμαΠροστακτική του «αλέθω»: άλεσε/άλεθε κάτι, δηλ. κάνε το σκόνη ή αλεύρι με άλεσμα.
#1386
αριάς
αριάς
ουσιαστικόΓενική ενικού της «αριά»: είδος αειθαλούς δρυός (βελανιδιάς).
#1385
φτενή
φτενή
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φτενός