Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
Wordle Ελληνικά · Αρχείο
Όλες οι λέξεις
1,847
καθημερινές λέξεις και αυξάνονται
Daily Puzzle
Dordle
Quordle
Octordle
Sedecordle
Duotrigordle
Speed Streak
Globle
Mathle
Waffle
Queens
#1337
πέτου
γενική ενικού του πέτο
#1336
πρετρ
#1335
ένοχη
επίθετο
Θηλυκό του «ένοχος»: που έχει ευθύνη ή φταίει για κάτι.
#1334
πιάσω
ρήμα
Να πιάσω κάτι με το χέρι ή να το κρατήσω/αρπάξω.
#1333
σάντα
ουσιαστικό
Τσάντα, συνήθως ώμου ή χειρός, για να μεταφέρουμε προσωπικά αντικείμενα.
#1332
γκέτο
εβραϊκή συνοικία, συνοικία όπου οι Εβραίοι ήταν υποχρεωμένοι να ζουν
#1331
δανδή
γυναικείο επώνυμο
#1330
όξινε
κλητική ενικού του όξινος
#1329
μύγες
ουσιαστικό
Πληθυντικός της «μύγα»: μικρά ιπτάμενα έντομα που συχνά ενοχλούν ανθρώπους και ζώα.
#1328
θύσει
επίρρημα
Με τη θέληση ή την πρόθεση κάποιου, επίτηδες.
#1327
ρώτας
ανδρικό επώνυμο
#1326
μίσχε
κλητική ενικού του μίσχος
#1325
μήνες
ουσιαστικό
Πληθυντικός του «μήνας»: χρονικές περίοδοι περίπου 30 ημερών.
#1324
αστοί
ουσιαστικό
Οι κάτοικοι μιας πόλης, ιδίως οι αστοί ως κοινωνική τάξη (η μεσαία/αστική τάξη).
#1323
κείνα
Αντωνυμία δεικτική: «εκείνα», δηλ. αυτά που βρίσκονται μακριά (ουδέτερο πληθυντικό του «εκείνος»).
#1322
αψιού
Επιφώνημα που λέγεται όταν φτερνιζόμαστε (σαν «αψού»).
#1321
ποίαν
Θηλυκό αιτιατική ενικού του «ποιος/ποια/ποιο»: «ποια;», «ποιαν (από τις δύο)» = «ποια».
#1320
άτυχη
επίθετο
Γυναίκα που δεν έχει τύχη ή της συμβαίνουν άσχημα πράγματα· άτυχη.
#1319
γείσα
ουσιαστικό
Τα γείσα είναι οι προεξοχές/τελειώματα στη στέγη ή στο πάνω μέρος τοίχου που προστατεύουν από τη βρο…
#1318
γαύρε
Προσφώνηση (συχνά ειρωνική) προς νεαρό άντρα, σαν «ρε μικρέ/ρε φίλε».
#1317
ξένοι
ουσιαστικό
«Ξένοι» είναι άνθρωποι που δεν είναι από τον ίδιο τόπο/χώρα ή δεν είναι γνωστοί σε εμάς.
#1316
πέρας
ουσιαστικό
Το τέλος ή το όριο ενός πράγματος.
#1315
χωρία
ουσιαστικό
Πληθυντικός του «χωριό»: μικροί οικισμοί στην ύπαιθρο.
#1314
νεφρί
άλλη μορφή του νεφρό
#1313
μύδρε
κλητική ενικού του μύδρος
#1312
πολλώ
επίρρημα
Χρησιμοποιείται για να δηλώσει «πολύ/κατά πολύ», δηλ. σε μεγάλο βαθμό (συχνά ως «πολλώ μάλλον»).
#1311
κόπρο
ουσιαστικό
Κόπρος: περιττώματα, κυρίως ζώων· κοπριά.
#1310
αγλαή
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγλαός
#1309
χωλής
επίθετο
Που κουτσαίνει, με χωλό πόδι.
#1308
ρινός
ουσιαστικό
Γενική ενικού του «ρινός» (= μύτη), δηλ. «της μύτης».
← Νεότερα
ui.page 18 / 62
Παλαιότερα →
ui.play_todays_wordle