Wordle Ελληνικά · Αρχείο

Όλες οι λέξεις

1,864 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#1354
ταμάς
ταμάς
#1353
ενικό
ενικό
ουσιαστικόΟ ενικός είναι ο γραμματικός αριθμός που δηλώνει ένα πρόσωπο ή πράγμα.
#1352
ψήφων
ψήφων
ουσιαστικόΓενική πληθυντικού του «ψήφος»: των ψήφων, δηλ. των ψήφων/ψήφων που δόθηκαν σε ψηφοφορία.
#1351
νάνση
νάνση
γυναικείο όνομα
#1350
μέτρο
μέτρο
ουσιαστικόΜονάδα ή τρόπος μέτρησης (π.χ. μήκους, ποσότητας)· επίσης το «μέτρο» ως κανόνας/όριο.
#1349
άθεης
άθεης
επίθετοΆτομο που δεν πιστεύει στον Θεό ή σε θεούς.
#1348
τσίμα
τσίμα
ουσιαστικόΗ τσίμα είναι η άκρη ή το τελείωμα ενός πράγματος, ιδίως υφάσματος ή ρούχου.
#1347
βρίθω
βρίθω
ρήμαΕίμαι γεμάτος ή φορτωμένος (συνήθως με κάτι).
#1346
λαύρα
λαύρα
ουσιαστικόΣτενό δρομάκι ή πέρασμα ανάμεσα σε σπίτια/κτίρια, συνήθως σε παλιές γειτονιές.
#1345
ρόλος
ρόλος
ουσιαστικόΟ ρόλος είναι η λειτουργία ή το μέρος που έχει κάποιος σε μια κατάσταση ή σε ένα έργο.
#1344
παστή
παστή
ουσιαστικόΠαστή: παστό ψάρι, συνήθως μπακαλιάρος, διατηρημένο με αλάτι.
#1343
έλκυε
έλκυε
ρήμαΠαρατατικός του «έλκω»: τραβούσε/έσερνε κάτι προς το μέρος του.
#1342
ράβει
ράβει
ρήμαΡάβει: ενώνει ύφασμα ή άλλο υλικό με βελόνα και κλωστή, φτιάχνοντας ή επιδιορθώνοντας ρούχα.
#1341
ελκών
ελκών
genitive plural of έλκος (élkos)
#1340
ερνστ
ερνστ
ανδρικό όνομα
#1339
συζεί
συζεί
ρήμαΖει μαζί με κάποιον/κάποια, συνήθως ως ζευγάρι στο ίδιο σπίτι.
#1338
πίσος
πίσος
#1337
πέτου
πέτου
γενική ενικού του πέτο
#1336
πρετρ
πρετρ
#1335
ένοχη
ένοχη
επίθετοΘηλυκό του «ένοχος»: που έχει ευθύνη ή φταίει για κάτι.
#1334
πιάσω
πιάσω
ρήμαΝα πιάσω κάτι με το χέρι ή να το κρατήσω/αρπάξω.
#1333
σάντα
σάντα
ουσιαστικόΤσάντα, συνήθως ώμου ή χειρός, για να μεταφέρουμε προσωπικά αντικείμενα.
#1332
γκέτο
γκέτο
εβραϊκή συνοικία, συνοικία όπου οι Εβραίοι ήταν υποχρεωμένοι να ζουν
#1331
δανδή
δανδή
γυναικείο επώνυμο
#1330
όξινε
όξινε
κλητική ενικού του όξινος
#1329
μύγες
μύγες
ουσιαστικόΠληθυντικός της «μύγα»: μικρά ιπτάμενα έντομα που συχνά ενοχλούν ανθρώπους και ζώα.
#1328
θύσει
θύσει
επίρρημαΜε τη θέληση ή την πρόθεση κάποιου, επίτηδες.
#1327
ρώτας
ρώτας
ανδρικό επώνυμο
#1326
μίσχε
μίσχε
κλητική ενικού του μίσχος
#1325
μήνες
μήνες
ουσιαστικόΠληθυντικός του «μήνας»: χρονικές περίοδοι περίπου 30 ημερών.