Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,776 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#1056
αχμέτ
αχμέτ
ανδρικό όνομα
#1055
παίων
παίων
ουσιαστικόΎμνος ή τραγούδι νίκης/εγκωμιασμού, συχνά με ρυθμικό χαρακτήρα.
#1054
παπάς
παπάς
ο ιερέας της χριστιανικής θρησκείας, ο κληρικός
#1053
τάτιο
τάτιο
#1052
άλμωψ
άλμωψ
#1051
βώροι
βώροι
#1050
μεθάω
μεθάω
ασυναίρετος τύπος του μεθώ
#1049
γκμοχ
γκμοχ
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#1048
έμπυα
έμπυα
#1047
σάπιε
σάπιε
κλητική ενικού του σάπιος
#1046
γρυπέ
γρυπέ
κλητική ενικού του γρυπός
#1045
νύσος
νύσος
ανδρικό όνομα
#1044
ψελλό
ψελλό
αιτιατική ενικού του ψελλός
#1043
έθετε
έθετε
ρήμαΠαρατατικός του «θέτω»: έβαζε/τοποθετούσε ή έθετε κάτι (π.χ. θέμα, όρο) σε συζήτηση.
#1042
ορμές
ορμές
ουσιαστικόΠληθυντικός του «ορμή»: ξαφνική δυνατή παρόρμηση ή ώθηση να κάνεις κάτι.
#1041
γείσο
γείσο
το τμήμα της στέγης που εξέχει από τους τοίχους
#1040
ωχρής
ωχρής
επίθετοΠου έχει ωχρό, κιτρινωπό και άτονο χρώμα (π.χ. πρόσωπο).
#1039
λυδός
λυδός
αυτός που καταγόταν από την αρχαία Λυδία
#1038
δείξω
δείξω
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δείχνω
#1037
αέριο
αέριο
φυσικό σώμα σε αέρια κατάσταση
#1036
ένωσα
ένωσα
α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενώνω
#1035
κουτή
κουτή
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουτός
#1034
ουδών
ουδών
γενική πληθυντικού του ουδός
#1033
βυτία
βυτία
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βυτίο
#1032
αγροί
αγροί
ουσιαστικόΠληθυντικός του «αγρός»: χωράφια, καλλιεργήσιμες εκτάσεις γης.
#1031
ψάξτε
ψάξτε
ρήμαΠροστακτική πληθυντικού του «ψάχνω»: αναζητήστε κάτι, ψάξτε για να το βρείτε.
#1030
σίμον
σίμον
ανδρικό όνομα
#1029
χώσιν
χώσιν
ουσιαστικόΑιτιατική πληθυντικού του «χόση»: το χώμα/μπάζα που ρίχνουν για γέμισμα ή επίχωση.
#1028
χοϊκή
χοϊκή
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χοϊκός
#1027
κλέος
κλέος
η δόξα