Wordle Ελληνικά · Αρχείο

Όλες οι λέξεις

1,914 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#1194
χαλάν
χαλάν
#1193
φράπα
φράπα
αειθαλές φυτό (λατινικό όνομα Citrus maxima) που ανήκει στα εσπεριδοειδή, με καρπούς που έχουν σχήμα…
#1192
ρόκας
ρόκας
ανδρικό επώνυμο
#1191
σίριλ
σίριλ
ανδρικό όνομα
#1190
ροφός
ροφός
μεγάλο ψάρι (επιστημονική ονομασία Epinephelus marginatus)
#1189
θλίψι
θλίψι
ουσιαστικόΣτενοχώρια ή ψυχική πίεση/δυσκολία που προκαλεί λύπη και άγχος.
#1188
ερίσω
ερίσω
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερίζω
#1187
λούκι
λούκι
αγωγός / σωλήνας συγκέντρωσης και απορροής ή αποχέτευσης των νερών της βροχής από τη στέγη ή άλλα ση…
#1186
βάρδα
βάρδα
γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Βάρδας
#1185
μορτή
μορτή
το μερίδιο που παίρνει ο ιδιοκτήτης του κτήματος από την παραγωγή που έβγαλε ο καλλιεργητής καλλιεργ…
#1184
σάμων
σάμων
#1183
έλενα
έλενα
γυναικείο όνομα
#1182
ξυπνώ
ξυπνώ
πιο επίσημη μορφή του ξυπνάω
#1181
τέλει
τέλει
Σημαίνει «τέλεια/μια χαρά», ως επιφώνημα ή απάντηση ότι κάτι είναι πολύ καλό.
#1180
φερσό
φερσό
#1179
ταγών
ταγών
γενική πληθυντικού του ταγός
#1178
γκριν
γκριν
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#1177
άφρον
άφρον
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άφρων
#1176
φτύσε
φτύσε
β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φτύνω
#1175
ινδής
ινδής
ουσιαστικόΙνδής: κάτοικος ή πολίτης της Ινδίας (Ινδός).
#1174
πέμψω
πέμψω
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πέμπω
#1173
ραίνε
ραίνε
ρήμαΡαίνε: (προστακτική του «ραίνω») ράντισε, ψέκασε ή πασπάλισε κάτι με υγρό ή λεπτή ουσία.
#1172
αρέσω
αρέσω
είμαι ευχάριστος
#1171
χωράς
χωράς
ρήμαΒ΄ ενικό ενεστώτα του «χωράω»: έχεις αρκετό χώρο ή μπορείς να μπεις/να χωρέσεις κάπου.
#1170
λοχία
λοχία
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του λοχίας
#1169
άνομο
άνομο
αιτιατική ενικού του άνομος
#1168
γλύψω
γλύψω
ρήμαΘα χαράξω ή θα σκαλίσω κάτι σε μια επιφάνεια (π.χ. πέτρα, ξύλο, μέταλλο).
#1167
βοώτη
βοώτη
#1166
έσωνε
έσωνε
ρήμαΠαρατατικός του «σώνω»: τελείωνε/έφτανε στο τέλος ή προλάβαινε (π.χ. «έσωνε η ώρα»).
#1165
σεράι
σεράι
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)