Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,776 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#1026
φερτά
φερτά
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φερτό
#1025
κλωθώ
κλωθώ
, μία από τις τρεις Μοίρες της ελληνικής μυθολογίας
#1024
ογρού
ογρού
γενική ενικού του ογρός
#1023
ισσού
ισσού
#1022
φάβης
φάβης
ανδρικό επώνυμο
#1021
ίακχε
ίακχε
#1020
ουρών
ουρών
ουσιαστικόΓενική πληθυντικού του «ουρός»: των ούρων, δηλ. του υγρού αποβλήτου που παράγουν τα νεφρά.
#1019
μπήξω
μπήξω
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπήγω
#1018
πίτας
πίτας
γενική ενικού του πίτα
#1017
λεχτώ
λεχτώ
#1016
ριχτά
ριχτά
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ριχτός
#1015
έτυμο
έτυμο
ουσιαστικόΗ αρχική μορφή ή ρίζα μιας λέξης, από την οποία προέρχεται η ετυμολογία της.
#1014
άδυτε
άδυτε
#1013
ευχές
ευχές
ουσιαστικόΕκφράσεις καλής πρόθεσης ή ευχών για κάτι καλό που θέλουμε να συμβεί σε κάποιον.
#1012
χούνη
χούνη
χοάνη
#1011
βαφών
βαφών
ρήμαΜετοχή του «βάφω»: που βάφει/χρωματίζει κάτι (π.χ. μαλλιά, ρούχα).
#1010
πίνει
πίνει
ρήμαΡήμα: (αυτός/αυτή/αυτό) καταναλώνει υγρό, συνήθως νερό ή ποτό.
#1009
δεσμό
δεσμό
αιτιατική ενικού του δεσμός
#1008
ινίων
ινίων
γενική πληθυντικού του ινίο
#1007
χομπς
χομπς
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#1006
άμνων
άμνων
#1005
βάπτω
βάπτω
ρήμαΒουτάω κάτι σε υγρό, συνήθως για να το βρέξω ή να το βάψω.
#1004
χάρων
χάρων
γενική πληθυντικού του χάρος
#1003
χαζός
χαζός
που του λείπει η εξυπνάδα (λέγεται και ως τρυφερή προσφώνηση)
#1002
σεζάρ
σεζάρ
ανδρικό όνομα
#1001
οκνού
οκνού
γενική ενικού του οκνός
#1000
σιμής
σιμής
επίθετοΠου έχει πλακουτσή ή γυριστή μύτη (συνήθως για άνθρωπο ή ζώο).
#999
θηρίο
θηρίο
άγριο ζώο, μεγαλόσωμο
#998
σούζι
σούζι
γυναικείο όνομα
#997
ζητεί
ζητεί
ρήμαΨάχνει ή αναζητά κάτι· προσπαθεί να το βρει.