Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά · Archive
Όλες οι λέξεις
1,764
καθημερινές λέξεις και αυξάνονται
Daily Puzzle
Dordle
Quordle
Octordle
Sedecordle
Duotrigordle
Speed Streak
Globle
Mathle
Waffle
#954
πυκνά
επίρρημα
Σε μικρή απόσταση μεταξύ τους, με μεγάλη πυκνότητα ή συχνότητα.
#953
ουδόν
#952
αυτών
αιτιατική ενικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του αυτός
#951
αφίσα
φύλλο χαρτιού (ή από άλλο υλικό) που κολλιέται σε τοίχους ή ειδικούς χώρους και με το οποίο γνωστοπο…
#950
λόφων
γενική πληθυντικού του λόφος
#949
ύψωνα
#948
ευχής
γενική ενικού του ευχή
#947
παλιά
επίθετο
Θηλυκό του «παλιός»: κάτι που είναι παλιό, όχι καινούργιο.
#946
πλωτό
αιτιατική ενικού του πλωτός
#945
δοθεί
ρήμα
«δοθεί» = να έχει δοθεί/παραδοθεί κάτι (παθητικός αόριστος του «δίνω»).
#944
θέλξε
ρήμα
«Θέλξε» είναι ο αόριστος του «θέλγω» και σημαίνει «γοήτευσε/μάγεψε, τράβηξε έντονα το ενδιαφέρον».
#943
θεϊκά
επίρρημα
Επίρρημα που σημαίνει «πολύ καλά, υπέροχα».
#942
ήλθον
ρήμα
Αόριστος του «έρχομαι»: ήρθα/ήρθαν (ήλθα/ήλθαν).
#941
ρόζου
ουσιαστικό
Γενική του «ρόζος»: ο κόμπος/εξόγκωμα στο ξύλο (ή στο σώμα).
#940
φιλές
δικτυωτός κεφαλόδεσμος για τις ανάγκες της κομμωτικής
#939
έλαβα
ρήμα
Παρελθοντικός χρόνος του «λαμβάνω»: πήρα κάτι, το δέχτηκα ή το έλαβα.
#938
κωφές
επίθετο
Που δεν ακούει ή έχει πολύ μειωμένη ακοή· κουφός.
#937
έσαζε
ρήμα
Ήταν (αυτός/αυτή/αυτό) που ταίριαζε ή ήταν σωστό/κατάλληλο.
#936
τομέα
ουσιαστικό
Ο τομέας είναι ένας κλάδος ή πεδίο δραστηριότητας, εργασίας ή γνώσης.
#935
πέρσα
γυναικείο όνομα
#934
βόδας
ανδρικό επώνυμο
#933
νόθοι
ουσιαστικό
Παιδιά που έχουν γεννηθεί εκτός γάμου.
#932
σύρμα
ουσιαστικό
Λεπτό μεταλλικό νήμα (καλώδιο) που χρησιμοποιείται για σύνδεση, στήριξη ή μεταφορά ρεύματος.
#931
χασών
ουσιαστικό
Λαϊκή λέξη για τον χαζό/αφελή άνθρωπο, τον «βλάκα».
#930
μέρφι
αγγλικό επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#929
λούκα
γυναικείο όνομα
#928
ξύσας
ρήμα
Μετοχή αορίστου του «ξύνω»: έχοντας ξύσει/γρατζουνίσει κάτι (π.χ. για να καθαρίσει ή να ξύσει φαγούρ…
#927
αμύκη
γυναικείο όνομα
#926
άφοβα
επίρρημα
Χωρίς φόβο, με θάρρος.
#925
μπήκε
ρήμα
Αόριστος του «μπαίνω»: εισήλθε/πέρασε μέσα σε έναν χώρο ή κατάσταση.
← Newer
Page 28 / 59
Older →
Play Today's Wordle