Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά · Archive
Όλες οι λέξεις
1,776
καθημερινές λέξεις και αυξάνονται
Daily Puzzle
Dordle
Quordle
Octordle
Sedecordle
Duotrigordle
Speed Streak
Globle
Mathle
Waffle
Queens
#966
σέκου
γυναικείο επώνυμο
#965
βάμμε
#964
αμολώ
ρήμα
Αφήνω κάτι να φύγει ή να τρέξει ελεύθερα· ξεσκάω/αμολάω.
#963
έβανα
#962
στάρι
ουσιαστικό
Το σιτάρι, ο καρπός/δημητριακό από το οποίο φτιάχνεται το αλεύρι.
#961
γλυκύ
επίθετο
Γλυκό, με ευχάριστη γεύση σαν ζάχαρη ή μέλι.
#960
γώγου
γυναικείο επώνυμο
#959
αγώγι
άλλη μορφή του αγώι
#958
δώρων
ουσιαστικό
Γενική πληθυντικού του «δώρο»: των δώρων, δηλ. των δώρων/παρουσιών που προσφέρονται σε κάποιον.
#957
φερών
επίθετο
Μετοχή του «φέρω»: αυτός που κουβαλά ή μεταφέρει κάτι.
#956
χρίσε
β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χρίζω / χρίω
#955
λείας
ουσιαστικό
Γενική ενικού του «λεία»: τα λάφυρα, ό,τι αρπάζεται ή αποκτάται ως κέρδος.
#954
πυκνά
επίρρημα
Σε μικρή απόσταση μεταξύ τους, με μεγάλη πυκνότητα ή συχνότητα.
#953
ουδόν
#952
αυτών
αιτιατική ενικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του αυτός
#951
αφίσα
φύλλο χαρτιού (ή από άλλο υλικό) που κολλιέται σε τοίχους ή ειδικούς χώρους και με το οποίο γνωστοπο…
#950
λόφων
γενική πληθυντικού του λόφος
#949
ύψωνα
#948
ευχής
γενική ενικού του ευχή
#947
παλιά
επίθετο
Θηλυκό του «παλιός»: κάτι που είναι παλιό, όχι καινούργιο.
#946
πλωτό
αιτιατική ενικού του πλωτός
#945
δοθεί
ρήμα
«δοθεί» = να έχει δοθεί/παραδοθεί κάτι (παθητικός αόριστος του «δίνω»).
#944
θέλξε
ρήμα
«Θέλξε» είναι ο αόριστος του «θέλγω» και σημαίνει «γοήτευσε/μάγεψε, τράβηξε έντονα το ενδιαφέρον».
#943
θεϊκά
επίρρημα
Επίρρημα που σημαίνει «πολύ καλά, υπέροχα».
#942
ήλθον
ρήμα
Αόριστος του «έρχομαι»: ήρθα/ήρθαν (ήλθα/ήλθαν).
#941
ρόζου
ουσιαστικό
Γενική του «ρόζος»: ο κόμπος/εξόγκωμα στο ξύλο (ή στο σώμα).
#940
φιλές
δικτυωτός κεφαλόδεσμος για τις ανάγκες της κομμωτικής
#939
έλαβα
ρήμα
Παρελθοντικός χρόνος του «λαμβάνω»: πήρα κάτι, το δέχτηκα ή το έλαβα.
#938
κωφές
επίθετο
Που δεν ακούει ή έχει πολύ μειωμένη ακοή· κουφός.
#937
έσαζε
ρήμα
Ήταν (αυτός/αυτή/αυτό) που ταίριαζε ή ήταν σωστό/κατάλληλο.
← Newer
Page 28 / 60
Older →
Play Today's Wordle