Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,776 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#996
βωβών
βωβών
γενική πληθυντικού του βωβός
#995
γυαλί
γυαλί
ουσιαστικόΥλικό από γυαλί ή αντικείμενο/επιφάνεια από γυαλί, όπως τζάμι ή ποτήρι.
#994
μαρέν
μαρέν
ανδρικό όνομα
#993
μώμου
μώμου
γυναικείο επώνυμο
#992
δορές
δορές
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δορά
#991
ίαινα
ίαινα
ουσιαστικόΣαρκοφάγο θηλαστικό της οικογένειας των υαινών (hyena).
#990
αξίες
αξίες
ουσιαστικόΟι αξίες είναι οι αρχές και τα ιδανικά που καθοδηγούν τη στάση και τη συμπεριφορά μας.
#989
ξαβιέ
ξαβιέ
όνομα (ανδρικό ή γυναικείο)
#988
άιρις
άιρις
ουσιαστικόΗ ίριδα του ματιού, το χρωματιστό μέρος γύρω από την κόρη.
#987
ματίς
ματίς
γαλλικό επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#986
ράγας
ράγας
ουσιαστικόΜεταλλική ράβδος/δοκός που χρησιμεύει ως οδηγός ή στήριγμα, π.χ. σε ράγες τρένου.
#985
φίνος
φίνος
ο ραφινάτος, άψογος σε όλα και κυρίως στην εμφάνιση και στη συμπεριφορά, αβρόςμε κυρίαρχο στοιχείο τ…
#984
ξωθιά
ξωθιά
νεράιδα
#983
νεύσω
νεύσω
ρήμαΚάνω νεύμα, συνήθως με το κεφάλι ή το χέρι, για να δείξω κάτι ή να δώσω σήμα.
#982
λοιμέ
λοιμέ
κλητική ενικού του λοιμός
#981
λίνου
λίνου
γενική ενικού του Λίνος
#980
απτήν
απτήν
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#979
αφυής
αφυής
επίθετοΠου δεν έχει ευφυΐα· χαζός, ανόητος.
#978
νεκρά
νεκρά
επίθετοΘηλυκό πληθυντικό του «νεκρός»: χωρίς ζωή, πεθαμένες.
#977
ρασίν
ρασίν
#976
κόμβε
κόμβε
κλητική ενικού του κόμβος
#975
μόκας
μόκας
γενική ενικού του μόκα
#974
θίασε
θίασε
θίασε αρσενικό
#973
ακμής
ακμής
ουσιαστικόΣτην ακμή της ζωής ή της δύναμής του· στο αποκορύφωμα/κορύφωση.
#972
νέμεα
νέμεα
γυναικείο όνομα θηλυκό
#971
ποίος
ποίος
Ερωτηματική αντωνυμία που σημαίνει «ποιος/ποια/ποιο;» και ζητά ταυτότητα ή επιλογή.
#970
μπρεν
μπρεν
#969
συμβώ
συμβώ
#968
ξανθό
ξανθό
επίθετοΞανθό: ανοιχτόχρωμο, κιτρινωπό (συνήθως για μαλλιά).
#967
απέξω
απέξω
έξω (από κάπου)