Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,763 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#1613
κόρων
κόρων
#1612
φελάς
φελάς
ανδρικό επώνυμο
#1611
βράσε
βράσε
ρήμαΠροστακτική του «βράζω»: βράσε κάτι, δηλ. μαγείρεψέ το σε βραστό νερό.
#1610
ζέουν
ζέουν
#1609
βώλος
βώλος
ουσιαστικόΣβώλος ή μάζα από χώμα/πηλό, συνήθως συμπαγής και στρογγυλεμένη.
#1608
άταφε
άταφε
#1607
ψαρών
ψαρών
γενική πληθυντικού του ψαρός
#1606
σεπτή
σεπτή
επίθετοΠου προκαλεί σεβασμό· αξιοσέβαστη, σεβάσμια (συνήθως για πρόσωπο ή θεσμό).
#1605
χαμώι
χαμώι
#1604
σάσεξ
σάσεξ
#1603
έψαλε
έψαλε
ρήμαΤραγούδησε ή έψαλλε (συνήθως εκκλησιαστικό ύμνο).
#1602
νεύσε
νεύσε
ρήμαΈγνεψε· έκανε νεύμα (συνήθως με το κεφάλι) για να δείξει κάτι ή να χαιρετήσει.
#1601
πάνας
πάνας
όνομα αρχαίας ελληνικής θεότητας και μυθολογικού ήρωα, η λατρεία του οποίου ήταν αρκετά διαδεδομένη …
#1600
φίλων
φίλων
#1599
τομές
τομές
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τομή
#1598
χάσκα
χάσκα
έθιμο της Κυριακής της Τυρινής κατά το οποίο μια ομάδα ανθρώπων, που στέκονται σε κύκλο και με τα χέ…
#1597
έταζε
έταζε
ρήμαΠαρατατικός του «ετάζω»: εξέταζε ή ρωτούσε/διερευνούσε κάτι.
#1596
νάκου
νάκου
γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Νάκος
#1595
αλλού
αλλού
σε άλλο χώρο, σε άλλο σημείο
#1594
έφερε
έφερε
ρήμα«Έφερε» = έφερε/μετέφερε κάτι ή κάποιον· επίσης: προκάλεσε/έφερε ως αποτέλεσμα κάτι.
#1593
ίστον
ίστον
ουσιαστικόΑιτιατική ενικού του «ιστός»: ο ιστός της αράχνης (web).
#1592
νόνας
νόνας
γενική ενικού του νόνα
#1591
έξοχο
έξοχο
επίθετοΠολύ καλό ή εξαιρετικό, που ξεχωρίζει για την ποιότητά του.
#1590
βρέξη
βρέξη
ουσιαστικόΗ βρέξη είναι το βρέξιμο, δηλαδή το να πέφτει βροχή ή να υγραίνεται κάτι.
#1589
λιβύη
λιβύη
κράτος της βόρειας Αφρικής με πρωτεύουσα την Τρίπολη, επίσημη γλώσσα την Αραβική και νόμισμα το δηνά…
#1588
βάσως
βάσως
γενική ενικού του Βάσω
#1587
διώνη
διώνη
γυναικείο όνομα
#1586
βέδας
βέδας
#1585
άθολο
άθολο
αιτιατική ενικού του άθολος
#1584
φεράν
φεράν