Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
Wordle Ελληνικά · Αρχείο
Όλες οι λέξεις
1,864
καθημερινές λέξεις και αυξάνονται
Daily Puzzle
Dordle
Quordle
Octordle
Sedecordle
Duotrigordle
Speed Streak
Globle
Mathle
Waffle
Queens
#1684
φίδια
ουσιαστικό
Πληθυντικός του «φίδι»: ερπετά χωρίς πόδια, με μακρύ σώμα.
#1683
θεϊκή
επίθετο
Που ανήκει ή σχετίζεται με τον Θεό ή το θείο· θεϊκός/θεϊκή.
#1682
κλιντ
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#1681
σέτερ
ουσιαστικό
Πλεκτό ρούχο με μακριά μανίκια (συνήθως πουλόβερ).
#1680
κάζου
γενική ενικού του κάζο
#1679
κάμει
ρήμα
Τρίτο ενικό του «κάνω»: κάνει, πραγματοποιεί ή εκτελεί κάτι.
#1678
φερθώ
ρήμα
Μορφή του ρήματος «φέρομαι»: να συμπεριφερθώ/να φερθώ με έναν τρόπο.
#1677
έλικα
ουσιαστικό
Πτερύγιο που περιστρέφεται (π.χ. σε ανεμιστήρα ή αεροπλάνο) και δημιουργεί ροή αέρα ή ώθηση.
#1676
σκύψε
ρήμα
Προστακτική του «σκύβω»: χαμήλωσε το κεφάλι ή το σώμα προς τα κάτω.
#1675
αμούρ
#1674
ακτής
ουσιαστικό
Γενική του «ακτή»: η παραλία, η λωρίδα γης δίπλα στη θάλασσα.
#1673
δασών
ουσιαστικό
Γενική πληθυντικού του «δάσος»: των δασών, δηλ. των εκτάσεων με πολλά δέντρα.
#1672
χοϊκά
επίθετο
Που είναι φτιαγμένα από χώμα ή έχουν τη φύση του χώματος· γήινα, ταπεινά.
#1671
μιστό
επίθετο
Το «μιστό» είναι το ουδέτερο του «μιστός» και σημαίνει «μισθωτός/αμειβόμενος», δηλ. κάτι που πληρώνε…
#1670
όλβιε
Κλητική προσφώνηση του «όλβιος»: ευτυχισμένε, μακάριε.
#1669
βόθρε
κλητική ενικού του βόθρος
#1668
κλήρο
ουσιαστικό
Ο κλήρος είναι η τύχη ή το αποτέλεσμα που προκύπτει από κλήρωση.
#1667
ήρεμο
επίθετο
Ήρεμο: που είναι ήσυχο και γαλήνιο, χωρίς ένταση ή αναστάτωση.
#1666
όξυνα
ρήμα
Έκανα κάτι πιο οξύ ή πιο έντονο (π.χ. πόνο, σύγκρουση, πρόβλημα).
#1665
μήτρα
ουσιαστικό
Το όργανο του γυναικείου αναπαραγωγικού συστήματος όπου αναπτύσσεται το έμβρυο.
#1664
ταϊτή
ουσιαστικό
Η Ταϊτή είναι νησιωτική χώρα/νησί στον Ειρηνικό Ωκεανό (Γαλλική Πολυνησία).
#1663
πράοι
επίθετο
Ήρεμοι, πράοι, με ήπιο και μη επιθετικό χαρακτήρα.
#1662
όσους
Αντωνυμία που σημαίνει «όσοι/όσους» = «όλους εκείνους που» (αρσενικό πληθυντικό αιτιατική).
#1661
γαμάς
ρήμα
Β΄ ενικό ενεστώτα του «γαμάω»: βρίζοντας, «κάνεις σεξ/πηδάς» (συχνά μεταφ. «τα χαλάς/καταστρέφεις»).
#1660
οκνοί
ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οκνός
#1659
χούμο
αιτιατική ενικού του χούμος
#1658
άλωση
ουσιαστικό
η κατάληψη μιας πόλης ή οχυρού, συνήθως μετά από πολιορκία ή επίθεση.
#1657
φίκος
γένος φυτών (θάμνοι ή δέντρα) της οικογένειας των μορεϊδών, που χρησιμοποιούνται στη φαρμακευτική ή …
#1656
πυτιά
ουσιαστικό
Η πυτιά είναι ένζυμο (κυρίως από στομάχι μοσχαριού) που πήζει το γάλα για να γίνει τυρί.
#1655
πνέον
Μετοχή του «πνέω»: που φυσά (για άνεμο/αέρα).
← Νεότερα
ui.page 7 / 63
Παλαιότερα →
ui.play_todays_wordle