Wordle Ελληνικά · Αρχείο

Όλες οι λέξεις

1,912 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#1792
τζάμι
τζάμι
λεπτή διαφανής ή ημιδιαφανής πλάκα από γυαλί ή άλλο παρεμφερές υλικό που τοποθετείται σε ανοίγματα (…
#1791
άμεσο
άμεσο
αιτιατική ενικού του άμεσος
#1790
βάσης
βάσης
γενική ενικού του βάση
#1789
λύκος
λύκος
άγριο θηλαστικό, συγγενές με το σκύλο
#1788
πόλος
πόλος
το καθένα από τα δύο ακρότατα σημεία του άξονα περιστροφής της γης ή άλλου ουράνιου σώματος
#1787
βάλει
βάλει
απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βάζω
#1786
χόμπι
χόμπι
ευχάριστη ερασιτεχνική δραστηριότητα
#1785
παρέα
παρέα
φιλική συντροφιά, ομάδα φίλων
#1784
ομάδα
ομάδα
σύνολο μερικών ατόμων που βρίσκονται συναθροισμένοι
#1783
μάγοι
μάγοι
ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μάγος
#1782
είχες
είχες
ρήμαΒ΄ ενικό παρατατικού του «έχω»: είχες κάτι στην κατοχή σου ή σε μια κατάσταση στο παρελθόν.
#1781
παλιό
παλιό
αιτιατική ενικού του παλιός
#1780
έπαθε
έπαθε
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παθαίνω
#1779
ήττες
ήττες
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ήττα
#1778
ρωγμή
ρωγμή
η σχισμή που έχει τη μορφή μίας ακανόνιστης γραμμής η οποία εμφανίζεται στην επιφάνεια ενός στερεού …
#1777
γκάζι
γκάζι
φωταέριο
#1776
πόστο
πόστο
σημαντική, επίκαιρη θέση, σημείο, μέρος
#1775
βάθος
βάθος
η διάσταση μιας κοιλότητας από το πάνω στόμιό της προς τα κάτω
#1774
ηθικό
ηθικό
αιτιατική ενικού του ηθικός
#1773
δάκρυ
δάκρυ
σταγόνα υγρού που κυλάει από τους δακρυϊκούς πόρους του ματιού όταν κάποιος δακρύζει ή κλαίει ή λόγω…
#1772
φρίκη
φρίκη
έντονο συναίσθημα φόβου και αποστροφής
#1771
ρούφα
ρούφα
Ρούφα < γενική ενικού του αρσενικού Ρούφας
#1770
μικρή
μικρή
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μικρός
#1769
θερμή
θερμή
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θερμός
#1768
ζάρια
ζάρια
τυχερό παιχνίδι που παίζεται με ζάρια
#1767
τροπή
τροπή
η μεταβολή σε κάτι άλλο
#1766
ματιά
ματιά
το βλέμμα
#1765
λεγες
λεγες
ρήμαΜορφή του ρήματος «λέω»: «έλεγες», δηλ. μιλούσες/έλεγες κάτι (β΄ ενικό, παρατατικός).
#1764
έγκυο
έγκυο
επίθετοΈγκυο: γυναίκα που κυοφορεί, δηλαδή είναι σε κατάσταση εγκυμοσύνης.
#1763
κλαδί
κλαδί
το ξυλώδες μέρος του φυτού (δέντρου, θάμνου) που φύεται από τον κορμό και έχει φύλλα, άνθη κ.λπ.