Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,763 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#1643
σαλών
σαλών
γενική πληθυντικού του σαλός
#1642
αμάκα
αμάκα
η διαβίωση με τα χρήματα άλλων
#1641
σοροί
σοροί
ουσιαστικόΠληθυντικός του «σωρός»: στοίβες/μάζες από πράγματα ή υλικά, συνήθως άτακτα συγκεντρωμένα.
#1640
κακής
κακής
επίθετοΓενική ενικού θηλυκού του «κακή»: της κακής, δηλ. της κακόβουλης ή κακής ποιότητας.
#1639
νταής
νταής
ουσιαστικόΆτομο που κάνει τον μάγκα και τον σκληρό, συχνά με επιθετική ή νταηλίδικη συμπεριφορά.
#1638
γοργό
γοργό
επίθετοΠου κινείται ή γίνεται γρήγορα, με ταχύτητα.
#1637
λάππα
λάππα
γυναικείο επώνυμο
#1636
γκογκ
γκογκ
άλλη μορφή του γκονγκ
#1635
ζήλια
ζήλια
ουσιαστικόΤο συναίσθημα φθόνου ή ανασφάλειας όταν φοβάσαι ότι κάποιος άλλος παίρνει την αγάπη ή την προσοχή πο…
#1634
εκράν
εκράν
η οθόνη, αναφερόμενο είτε στην μεγάλη οθόνη, την οθόνη του κινηματογράφου , είτε στην οθόνη της τηλε…
#1633
κλίμα
κλίμα
ουσιαστικόΟι καιρικές συνθήκες που επικρατούν συνήθως σε μια περιοχή για μεγάλο χρονικό διάστημα.
#1632
ρικνή
ρικνή
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρικνός
#1631
ξέβγα
ξέβγα
ουσιαστικόΞέβγα: το νερό/υγρό με το οποίο ξεπλένουμε κάτι ή το ξέπλυμα (π.χ. των μαλλιών).
#1630
έρεπα
έρεπα
#1629
βγάλε
βγάλε
ρήμαΠροστακτική του «βγάζω»: βγάλε κάτι έξω ή αφαίρεσέ το (π.χ. ρούχο, αντικείμενο).
#1628
πήζει
πήζει
ρήμαΠήζει: γίνεται πηχτό ή στερεοποιείται, όπως το γάλα όταν πήζει σε γιαούρτι.
#1627
πυρρό
πυρρό
αιτιατική ενικού του πυρρός
#1626
αρμού
αρμού
γενική ενικού του αρμός
#1625
σινιέ
σινιέ
που έχει σχέση ή αναφέρεται σε πολυτελές ένδυμα (με υπογραφή (μεγάλου) δημιουργού)
#1624
άνετη
άνετη
επίθετοΘηλυκό του «άνετος»: που είναι άνετη, βολική ή χαλαρή, χωρίς δυσκολία ή πίεση.
#1623
έλεός
έλεός
ουσιαστικόΟίκτος και καλοσύνη προς κάποιον που υποφέρει, με διάθεση να τον βοηθήσεις ή να τον συγχωρήσεις.
#1622
τέμιν
τέμιν
#1621
ζώσας
ζώσας
ρήμαΜετοχή του «ζώνω»: έχοντας δέσει/φορέσει ζώνη ή έχοντας ζωστεί κάτι γύρω από τη μέση.
#1620
υγρός
υγρός
επίθετοΠου έχει υγρασία ή είναι βρεγμένος.
#1619
λύεις
λύεις
ρήμα«Λύνεις»: ξεδένεις ή ανοίγεις κάτι, ή λύνεις ένα πρόβλημα/γρίφο.
#1618
κύκλο
κύκλο
ουσιαστικόΑιτιατική του «κύκλος»: σχήμα ή διαδρομή που είναι στρογγυλή και κλείνει στον εαυτό της.
#1617
τρένο
τρένο
ουσιαστικόΣιδηροδρομικό όχημα που μεταφέρει επιβάτες ή φορτία σε ράγες.
#1616
άσημη
άσημη
επίθετοΠου δεν είναι γνωστή ή διάσημη, χωρίς φήμη.
#1615
λύουν
λύουν
ρήμα«Λύνουν»: ξεδένουν ή ξεμπερδεύουν κάτι, ή βρίσκουν τη λύση σε πρόβλημα/γρίφο.
#1614
πότης
πότης
ουσιαστικόΆτομο που πίνει συχνά αλκοόλ, πότης.