Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,777 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#667
ωδικό
ωδικό
αιτιατική ενικού του ωδικός
#666
μήνυε
μήνυε
ρήμαΠροστακτική του «μηνύω»: ενημέρωσε ή κατήγγειλε κάτι στις αρχές.
#665
αφεθώ
αφεθώ
ρήμαΤύπος του ρήματος «αφήνω»: να αφεθώ = να χαλαρώσω/να παραδοθώ, να αφήσω τον εαυτό μου.
#664
ρήξις
ρήξις
ουσιαστικόΣπάσιμο ή ρήξη (π.χ. αγγείου, μυός ή ιστού), δηλ. διακοπή της συνέχειας.
#663
εδική
εδική
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εδικός
#662
έλτον
έλτον
ανδρικό όνομα
#661
άρνης
άρνης
ανδρικό επώνυμο
#660
αώτου
αώτου
επίθετοΓενική ενικού του «άσωτος»: του σπάταλου, που ζει άτακτα και ξοδεύει χωρίς μέτρο.
#659
χεριά
χεριά
ουσιαστικόΤα χέρια (πληθυντικός του «χέρι»).
#658
ίνωμα
ίνωμα
είδος καλοήθους όγκου (νεοπλάσματος από συνδετικό ιστό)
#657
ατονώ
ατονώ
εξασθενώ, εξαντλούμαι
#656
νόημα
νόημα
ουσιαστικόΤο νόημα είναι η σημασία ή το περιεχόμενο ενός λόγου, κειμένου ή πράξης.
#655
ενήγε
ενήγε
#654
φύρες
φύρες
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φύρα
#653
δόξης
δόξης
ουσιαστικόΓενική ενικού της «δόξα»: φήμη, τιμή ή αναγνώριση που έχει κάποιος.
#652
μέλψε
μέλψε
#651
έλυαν
έλυαν
ρήμαΠαρατατικός του «λύνω»: αυτοί/αυτές/αυτά έλυναν κάτι (π.χ. πρόβλημα, κόμπο).
#650
ζήτης
ζήτης
ανδρικό όνομα
#649
φρίξω
φρίξω
ρήμαΑνατριχιάζω από κρύο, φόβο ή αηδία.
#648
γαζών
γαζών
γενική πληθυντικού του γάζα
#647
έξυσε
έξυσε
ρήμαΈτριψε με τα νύχια ή με εργαλείο μια επιφάνεια για να αφαιρέσει ή να ξύσει κάτι.
#646
άμωμη
άμωμη
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άμωμος
#645
έδινε
έδινε
ρήμαΠαρατατικός του «δίνω»: έδινε κάτι σε κάποιον, το προσέφερε ή το παρέδιδε.
#644
φθάσε
φθάσε
ρήμαΑόριστος του «φτάνω»: έφτασε, έφθασε σε έναν τόπο ή σε ένα σημείο/χρόνο.
#643
μύδρο
μύδρο
αιτιατική ενικού του μύδρος
#642
δυρός
δυρός
#641
ιτιάς
ιτιάς
ουσιαστικόΓενική ενικού της «ιτιά», δηλ. του δέντρου ιτιά (willow).
#640
θίξου
θίξου
#639
αχεπα
αχεπα
#638
απαλή
απαλή
επίθετοΠου είναι μαλακή και τρυφερή στην αφή ή στη συμπεριφορά, χωρίς σκληρότητα.