1,757 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται
#647 · 28 Μαρτίου 2023
Έτριψε με τα νύχια ή με εργαλείο μια επιφάνεια για να αφαιρέσει ή να ξύσει κάτι.
#646 · 27 Μαρτίου 2023
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άμωμος
#645 · 26 Μαρτίου 2023
Παρατατικός του «δίνω»: έδινε κάτι σε κάποιον, το προσέφερε ή το παρέδιδε.
#644 · 25 Μαρτίου 2023
Αόριστος του «φτάνω»: έφτασε, έφθασε σε έναν τόπο ή σε ένα σημείο/χρόνο.
#643 · 24 Μαρτίου 2023
αιτιατική ενικού του μύδρος
#642 · 23 Μαρτίου 2023
#641 · 22 Μαρτίου 2023
Γενική ενικού της «ιτιά», δηλ. του δέντρου ιτιά (willow).
#640 · 21 Μαρτίου 2023
#639 · 20 Μαρτίου 2023
#638 · 19 Μαρτίου 2023
Που είναι μαλακή και τρυφερή στην αφή ή στη συμπεριφορά, χωρίς σκληρότητα.
#637 · 18 Μαρτίου 2023
Εντελώς, πλήρως· σε απόλυτο βαθμό.
#636 · 17 Μαρτίου 2023
#635 · 16 Μαρτίου 2023
«έψυχα» = (εγώ) έψυξα: κρύωσα κάτι, το έκανα πιο δροσερό/κρύο.
#634 · 15 Μαρτίου 2023
Ενέργεια ή πράγμα που γίνεται· η εκτέλεση μιας ενέργειας.
#633 · 14 Μαρτίου 2023
Γενική ενικού της «γαία»: η γη, το έδαφος.
#632 · 13 Μαρτίου 2023
Γενική πληθυντικού του «μύλος»: οι μύλοι, δηλ. μηχανές/κτίρια που αλέθουν σιτηρά…
#631 · 12 Μαρτίου 2023
κλητική ενικού του σκύλος
#630 · 11 Μαρτίου 2023
Μορφή του ρήματος «τέμνω»: κόβει/κόψε (με εργαλείο ή με τομή).
#629 · 10 Μαρτίου 2023
Οι μύλες είναι οι πίσω γομφίοι, τα μεγάλα δόντια που μασούν την τροφή.
#628 · 9 Μαρτίου 2023
genitive singular of πυρά (pyrá)
#627 · 8 Μαρτίου 2023
#626 · 7 Μαρτίου 2023
αιτιατική ενικού του πομπός
#625 · 6 Μαρτίου 2023
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γόπα
#624 · 5 Μαρτίου 2023
Ήμερα: ήσυχα, ήπια και χωρίς αγριότητα (για ζώο ή άνθρωπο).
#623 · 4 Μαρτίου 2023
accusative singular of έρανος (éranos)
#622 · 3 Μαρτίου 2023
Σήμερα το βράδυ, κατά τη διάρκεια της νύχτας που έρχεται.
#621 · 2 Μαρτίου 2023
Το τρίτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου (Γ, γ).
#620 · 1 Μαρτίου 2023
#619 · 28 Φεβρουαρίου 2023
Επίρρημα που σημαίνει «οδικά», δηλαδή με οδικό τρόπο/μέσω δρόμου (π.χ. μεταφορά …
#618 · 27 Φεβρουαρίου 2023
Το μυτερό άκρο ενός αντικειμένου, π.χ. μαχαιριού ή βέλους.