Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,777 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#637
ολικά
ολικά
επίρρημαΕντελώς, πλήρως· σε απόλυτο βαθμό.
#636
μέλψω
μέλψω
#635
έψυχα
έψυχα
ρήμα«έψυχα» = (εγώ) έψυξα: κρύωσα κάτι, το έκανα πιο δροσερό/κρύο.
#634
πράξη
πράξη
ουσιαστικόΕνέργεια ή πράγμα που γίνεται· η εκτέλεση μιας ενέργειας.
#633
γαίας
γαίας
ουσιαστικόΓενική ενικού της «γαία»: η γη, το έδαφος.
#632
μύλων
μύλων
ουσιαστικόΓενική πληθυντικού του «μύλος»: οι μύλοι, δηλ. μηχανές/κτίρια που αλέθουν σιτηρά ή άλλα υλικά.
#631
σκύλε
σκύλε
κλητική ενικού του σκύλος
#630
τέμνε
τέμνε
ρήμαΜορφή του ρήματος «τέμνω»: κόβει/κόψε (με εργαλείο ή με τομή).
#629
μύλες
μύλες
ουσιαστικόΟι μύλες είναι οι πίσω γομφίοι, τα μεγάλα δόντια που μασούν την τροφή.
#628
πυράς
πυράς
genitive singular of πυρά (pyrá)
#627
ρινιά
ρινιά
#626
πομπό
πομπό
αιτιατική ενικού του πομπός
#625
γόπες
γόπες
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γόπα
#624
ήμερα
ήμερα
επίθετοΉμερα: ήσυχα, ήπια και χωρίς αγριότητα (για ζώο ή άνθρωπο).
#623
έρανο
έρανο
ουσιαστικόΣυλλογή χρημάτων από πολλούς για κοινό σκοπό, συνήθως φιλανθρωπικό.
#622
απόψε
απόψε
επίρρημαΣήμερα το βράδυ, κατά τη διάρκεια της νύχτας που έρχεται.
#621
γκάμα
γκάμα
ουσιαστικόΤο τρίτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου (Γ, γ).
#620
νέσει
νέσει
#619
οδικά
οδικά
επίρρημαΕπίρρημα που σημαίνει «οδικά», δηλαδή με οδικό τρόπο/μέσω δρόμου (π.χ. μεταφορά οδικώς).
#618
αιχμή
αιχμή
ουσιαστικόΤο μυτερό άκρο ενός αντικειμένου, π.χ. μαχαιριού ή βέλους.
#617
ζώγου
ζώγου
γυναικείο επώνυμο
#616
μισές
μισές
επίθετοΘηλυκός πληθυντικός του «μισός»: που είναι στο μισό, όχι ολόκληρες.
#615
λάγνα
λάγνα
επίθετοΕπίθετο για άτομο με έντονη σεξουαλική επιθυμία, που δείχνει λαγνεία.
#614
μύωση
μύωση
ουσιαστικόΗ στένωση της κόρης του ματιού.
#613
σφάλω
σφάλω
ρήμαΚάνω λάθος ή σφάλλω σε κάτι.
#612
ρωμιά
ρωμιά
θηλυκό του Ρωμιός
#611
αμαθή
αμαθή
#610
όχθου
όχθου
#609
λήξις
λήξις
ουσιαστικόΤο τέλος ή η λήξη (π.χ. μιας προθεσμίας, μιας περιόδου ή ενός αγώνα).
#608
οίκτο
οίκτο
αιτιατική ενικού του οίκτος