Wordle Ελληνικά · Αρχείο

Όλες οι λέξεις

1,912 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#1852
γάμοι
γάμοι
ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γάμος
#1851
κακώς
κακώς
με μη σωστό ή άσχημο τρόπο
#1850
χώροι
χώροι
ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χώρος
#1849
υγειά
υγειά
η υγεία
#1848
φίλος
φίλος
πρόσωπο με το οποίο συνδέεται κανείς με σχέση αμοιβαίας αγάπης, αφοσίωσης και κατανόησης, χωρίς κατ'…
#1847
φλέβα
φλέβα
αιμοφόρο αγγείο που μεταφέρει το αίμα προς την καρδιά
#1846
καμβά
καμβά
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καμβάς
#1845
ρώσοι
ρώσοι
των Ρώσων
#1844
άλλος
άλλος
όχι αυτός για τον οποίο έγινε ή θα γίνει λόγος
#1843
πόσος
πόσος
Ερωτηματική αντωνυμία/επίθετο που ρωτά για ποσότητα ή βαθμό: «πόσο;» = «σε τι ποσό/πόση ποσότητα;».
#1842
γιατί
γιατί
αιτιολογικός σύνδεσμος που αναφέρεται στον λόγο την αιτία ή τον σκοπό μιας πράξης
#1841
ψύχρα
ψύχρα
η σχετικά χαμηλή θερμοκρασία της ατμόσφαιρας, το ελαφρύ κρύο
#1840
πούνε
πούνε
ανδρικό όνομα
#1839
ποίος
ποίος
Ερωτηματική αντωνυμία που σημαίνει «ποιος/ποια/ποιο;» και ζητά ταυτότητα ή επιλογή.
#1838
λεπτή
λεπτή
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λεπτός
#1837
επάνω
επάνω
άλλη μορφή του πάνω
#1836
γυμνό
γυμνό
το γυμνό ανθρώπινο σώμα ως μορφή τέχνης ή ως θέμα όταν απεικονίζεται κυρίως στην ζωγραφική, στην γλυ…
#1835
γυαλί
γυαλί
ουσιαστικόΥλικό από γυαλί ή αντικείμενο/επιφάνεια από γυαλί, όπως τζάμι ή ποτήρι.
#1834
ελιές
ελιές
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελιά
#1833
ρούφα
ρούφα
Ρούφα < γενική ενικού του αρσενικού Ρούφας
#1832
γούνα
γούνα
το πλούσιο και απαλό τρίχωμα μερικών ζώων
#1831
σάπια
σάπια
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σάπιος
#1830
άρθρο
άρθρο
μέρος ενός συνόλου, το οποίο προσαρτάται, συνάπτεται σε κάτι μεγαλύτερο ή σημαντικότερο χωρίς όμως ν…
#1829
οπότε
οπότε
και άρα, και επομένως
#1828
αγωγό
αγωγό
αιτιατική ενικού του αγωγός
#1827
κουτί
κουτί
κάθε αντικείμενο με επίπεδη βάση και άνοιγμα, πάνω από τη βάση, με ή χωρίς καπάκι, το οποίο μπορεί ν…
#1826
λίπος
λίπος
το πάχος
#1825
λάθος
λάθος
καθετί που αποκλίνει από τον κανόνα, κάτι που δε λέγεται ή που δε γίνεται σωστά
#1824
στίβο
στίβο
αιτιατική ενικού του στίβος
#1823
φιλάω
φιλάω
άλλη μορφή του φιλώ (ασυναίρετος τύπος)