Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,761 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#1701
τυφλή
τυφλή
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τυφλός
#1700
φυτών
φυτών
γενική πληθυντικού του φυτό
#1699
έρανο
έρανο
ουσιαστικόΣυλλογή χρημάτων από πολλούς για κοινό σκοπό, συνήθως φιλανθρωπικό.
#1698
εκτός
εκτός
εξαιρουμένου +γενική, με εξαίρεση, εξαιρώντας, πέρα +από, πέραν +γενική
#1697
χώρος
χώρος
ο κενός ή διαθέσιμος τόπος
#1696
ξέρει
ξέρει
ρήμαΤρίτο ενικό του «ξέρω»: γνωρίζει κάτι, έχει γνώση ή πληροφορία.
#1695
ισαάκ
ισαάκ
ανδρικό όνομα
#1694
λουρί
λουρί
για το δέσιμο ή τη στερέωση αντικειμένων, εξαρτημάτων, ρούχων
#1693
άθλια
άθλια
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άθλιος
#1692
αξίζω
αξίζω
είμαι άξιος
#1691
γέλια
γέλια
ουσιαστικόΠληθυντικός του «γέλιο»: οι ήχοι ή οι εκδηλώσεις του να γελάει κανείς.
#1690
βαθμό
βαθμό
ουσιαστικόΟ βαθμός είναι μονάδα μέτρησης, κυρίως για τη θερμοκρασία ή για την αξιολόγηση (π.χ. στο σχολείο).
#1689
λόγοι
λόγοι
ουσιαστικόΠληθυντικός του «λόγος»: λόγια, ομιλίες ή κείμενα που εκφράζουν σκέψεις/ιδέες.
#1688
σκέψη
σκέψη
ουσιαστικόΗ διαδικασία ή το αποτέλεσμα του να σκέφτεται κανείς· μια ιδέα ή συλλογισμός.
#1687
ντουκ
ντουκ
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#1686
σαφές
σαφές
επίθετοΠου είναι ξεκάθαρο και εύκολα κατανοητό.
#1685
κορμί
κορμί
ουσιαστικόΤο σώμα ενός ανθρώπου, ιδίως ο κορμός/η σιλουέτα.
#1684
φίδια
φίδια
ουσιαστικόΠληθυντικός του «φίδι»: ερπετά χωρίς πόδια, με μακρύ σώμα.
#1683
θεϊκή
θεϊκή
επίθετοΠου ανήκει ή σχετίζεται με τον Θεό ή το θείο· θεϊκός/θεϊκή.
#1682
κλιντ
κλιντ
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#1681
σέτερ
σέτερ
ουσιαστικόΠλεκτό ρούχο με μακριά μανίκια (συνήθως πουλόβερ).
#1680
κάζου
κάζου
γενική ενικού του κάζο
#1679
κάμει
κάμει
ρήμαΤρίτο ενικό του «κάνω»: κάνει, πραγματοποιεί ή εκτελεί κάτι.
#1678
φερθώ
φερθώ
ρήμαΜορφή του ρήματος «φέρομαι»: να συμπεριφερθώ/να φερθώ με έναν τρόπο.
#1677
έλικα
έλικα
ουσιαστικόΠτερύγιο που περιστρέφεται (π.χ. σε ανεμιστήρα ή αεροπλάνο) και δημιουργεί ροή αέρα ή ώθηση.
#1676
σκύψε
σκύψε
ρήμαΠροστακτική του «σκύβω»: χαμήλωσε το κεφάλι ή το σώμα προς τα κάτω.
#1675
αμούρ
αμούρ
#1674
ακτής
ακτής
ουσιαστικόΓενική του «ακτή»: η παραλία, η λωρίδα γης δίπλα στη θάλασσα.
#1673
δασών
δασών
ουσιαστικόΓενική πληθυντικού του «δάσος»: των δασών, δηλ. των εκτάσεων με πολλά δέντρα.
#1672
χοϊκά
χοϊκά
επίθετοΠου είναι φτιαγμένα από χώμα ή έχουν τη φύση του χώματος· γήινα, ταπεινά.