Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
Wordle Ελληνικά · Αρχείο
Όλες οι λέξεις
1,807
καθημερινές λέξεις και αυξάνονται
Daily Puzzle
Dordle
Quordle
Octordle
Sedecordle
Duotrigordle
Speed Streak
Globle
Mathle
Waffle
Queens
#1717
παχιά
επίθετο
Θηλυκό του «παχύς»: που έχει μεγάλο πάχος ή είναι χοντρή (π.χ. παχιά φέτα/σάλτσα).
#1716
πληγή
μια μικρότερη ή μεγαλύτερη τρύπα ή άνοιγμα στο δέρμα ή / και στους από κάτω ιστούς του σώματος, που …
#1715
ιωσήφ
ανδρικό όνομα
#1714
φοράω
είμαι ντυμένος με
#1713
ήρεμα
με ηρεμία, ήσυχα
#1712
λόγου
γενική ενικού του λόγος
#1711
κρυφό
αιτιατική ενικού του κρυφός
#1710
τάκος
για να είναι πιο στέρεο το κάρφωμα σε τοίχο
#1709
άμεση
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άμεσος
#1708
τέλει
Σημαίνει «τέλεια/μια χαρά», ως επιφώνημα ή απάντηση ότι κάτι είναι πολύ καλό.
#1707
ρούφα
Ρούφα < γενική ενικού του αρσενικού Ρούφας
#1706
αλλάχ
το όνομα του Θεού για τους Μουσουλμάνους, και για τους αραβόφωνους Χριστιανούς
#1705
νόρις
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#1704
ψηλός
που έχει μεγάλο ανάστημα
#1703
μινγκ
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#1702
ξέχνα
verb: forget
#1701
τυφλή
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τυφλός
#1700
φυτών
γενική πληθυντικού του φυτό
#1699
έρανο
ουσιαστικό
Συλλογή χρημάτων από πολλούς για κοινό σκοπό, συνήθως φιλανθρωπικό.
#1698
εκτός
εξαιρουμένου +γενική, με εξαίρεση, εξαιρώντας, πέρα +από, πέραν +γενική
#1697
χώρος
ο κενός ή διαθέσιμος τόπος
#1696
ξέρει
ρήμα
Τρίτο ενικό του «ξέρω»: γνωρίζει κάτι, έχει γνώση ή πληροφορία.
#1695
ισαάκ
ανδρικό όνομα
#1694
λουρί
για το δέσιμο ή τη στερέωση αντικειμένων, εξαρτημάτων, ρούχων
#1693
άθλια
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άθλιος
#1692
αξίζω
είμαι άξιος
#1691
γέλια
ουσιαστικό
Πληθυντικός του «γέλιο»: οι ήχοι ή οι εκδηλώσεις του να γελάει κανείς.
#1690
βαθμό
ουσιαστικό
Ο βαθμός είναι μονάδα μέτρησης, κυρίως για τη θερμοκρασία ή για την αξιολόγηση (π.χ. στο σχολείο).
#1689
λόγοι
ουσιαστικό
Πληθυντικός του «λόγος»: λόγια, ομιλίες ή κείμενα που εκφράζουν σκέψεις/ιδέες.
#1688
σκέψη
ουσιαστικό
Η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του να σκέφτεται κανείς· μια ιδέα ή συλλογισμός.
← Νεότερα
ui.page 4 / 61
Παλαιότερα →
ui.play_todays_wordle