Wordle Ελληνικά · Αρχείο

Όλες οι λέξεις

1,864 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#1774
ηθικό
ηθικό
αιτιατική ενικού του ηθικός
#1773
δάκρυ
δάκρυ
σταγόνα υγρού που κυλάει από τους δακρυϊκούς πόρους του ματιού όταν κάποιος δακρύζει ή κλαίει ή λόγω…
#1772
φρίκη
φρίκη
έντονο συναίσθημα φόβου και αποστροφής
#1771
ρούφα
ρούφα
Ρούφα < γενική ενικού του αρσενικού Ρούφας
#1770
μικρή
μικρή
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μικρός
#1769
θερμή
θερμή
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θερμός
#1768
ζάρια
ζάρια
τυχερό παιχνίδι που παίζεται με ζάρια
#1767
τροπή
τροπή
η μεταβολή σε κάτι άλλο
#1766
ματιά
ματιά
το βλέμμα
#1765
λεγες
λεγες
ρήμαΜορφή του ρήματος «λέω»: «έλεγες», δηλ. μιλούσες/έλεγες κάτι (β΄ ενικό, παρατατικός).
#1764
έγκυο
έγκυο
επίθετοΈγκυο: γυναίκα που κυοφορεί, δηλαδή είναι σε κατάσταση εγκυμοσύνης.
#1763
κλαδί
κλαδί
το ξυλώδες μέρος του φυτού (δέντρου, θάμνου) που φύεται από τον κορμό και έχει φύλλα, άνθη κ.λπ.
#1762
βάλτε
βάλτε
κλητική ενικού του βάλτος
#1761
κλήση
κλήση
η πράξη του καλώ
#1760
σωστά
σωστά
με σωστό τρόπο
#1759
κύστη
κύστη
υμενώδης θύλακος του σώματος, όπου συλλέγεται οργανικό υγρό, π.χ. ουροδόχος κύστη
#1758
θηρία
θηρία
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θηρίο
#1757
κοιτώ
κοιτώ
ρήμαΚοιτάζω, στρέφω το βλέμμα μου προς κάτι.
#1756
νόσος
νόσος
ουσιαστικόΑσθένεια ή πάθηση του σώματος ή του οργανισμού.
#1755
λέσχη
λέσχη
ουσιαστικόΟμάδα ή χώρος όπου συναντιούνται άτομα με κοινά ενδιαφέροντα (π.χ. λέσχη βιβλίου, λέσχη φίλων).
#1754
άνετο
άνετο
αιτιατική ενικού του άνετος
#1753
όσους
όσους
Αντωνυμία που σημαίνει «όσοι/όσους» = «όλους εκείνους που» (αρσενικό πληθυντικό αιτιατική).
#1752
νεύρο
νεύρο
λεπτός και επιμήκης κυλινδρικός ιστός που συνδέει τον εγκέφαλο με τα όργανα του σώματος, μεταφέροντα…
#1751
τρέμω
τρέμω
εμφανίζω ακούσιες κινήσεις σε διάφορα μέρη του σώματός μου, που οφείλονται σε φυσικά ή παθολογικά αί…
#1750
μάγκι
μάγκι
γυναικείο όνομα
#1749
όραμα
όραμα
οπτική εμπειρία χωρίς να υπάρχει εξωτερικό ερέθισμα
#1748
φόντο
φόντο
αυτό που περιβάλλει, που βρίσκεται συνήθως στο βάθος ή στον περίγυρο ενός κεντρικού θέματος (στη φωτ…
#1747
λίτρα
λίτρα
λίτρο
#1746
θεατή
θεατή
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεατός
#1745
παιδί
παιδί
ουσιαστικόΝεαρό άτομο, συνήθως μικρής ηλικίας· παιδί.