Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά · Archive
Όλες οι λέξεις
1,761
καθημερινές λέξεις και αυξάνονται
Classic
Speed Streak
Dordle
Quordle
Octordle
Sedecordle
Duotrigordle
#1671
μιστό
#1670
όλβιε
Κλητική προσφώνηση του «όλβιος»: ευτυχισμένε, μακάριε.
#1669
βόθρε
κλητική ενικού του βόθρος
#1668
κλήρο
ουσιαστικό
Ο κλήρος είναι η τύχη ή το αποτέλεσμα που προκύπτει από κλήρωση.
#1667
ήρεμο
επίθετο
Ήρεμο: που είναι ήσυχο και γαλήνιο, χωρίς ένταση ή αναστάτωση.
#1666
όξυνα
ρήμα
Έκανα κάτι πιο οξύ ή πιο έντονο (π.χ. πόνο, σύγκρουση, πρόβλημα).
#1665
μήτρα
ουσιαστικό
Το όργανο του γυναικείου αναπαραγωγικού συστήματος όπου αναπτύσσεται το έμβρυο.
#1664
ταϊτή
ουσιαστικό
Η Ταϊτή είναι νησιωτική χώρα/νησί στον Ειρηνικό Ωκεανό (Γαλλική Πολυνησία).
#1663
πράοι
επίθετο
Ήρεμοι, πράοι, με ήπιο και μη επιθετικό χαρακτήρα.
#1662
όσους
Αντωνυμία που σημαίνει «όσοι/όσους» = «όλους εκείνους που» (αρσενικό πληθυντικό αιτιατική).
#1661
γαμάς
ρήμα
Β΄ ενικό ενεστώτα του «γαμάω»: βρίζοντας, «κάνεις σεξ/πηδάς» (συχνά μεταφ. «τα χαλάς/καταστρέφεις»).
#1660
οκνοί
ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οκνός
#1659
χούμο
αιτιατική ενικού του χούμος
#1658
άλωση
ουσιαστικό
η κατάληψη μιας πόλης ή οχυρού, συνήθως μετά από πολιορκία ή επίθεση.
#1657
φίκος
γένος φυτών (θάμνοι ή δέντρα) της οικογένειας των μορεϊδών, που χρησιμοποιούνται στη φαρμακευτική ή …
#1656
πυτιά
ουσιαστικό
Η πυτιά είναι ένζυμο (κυρίως από στομάχι μοσχαριού) που πήζει το γάλα για να γίνει τυρί.
#1655
πνέον
Μετοχή του «πνέω»: που φυσά (για άνεμο/αέρα).
#1654
γρύζω
γρυλίζω
#1653
ψήνει
ρήμα
Μαγειρεύει κάτι στη φωτιά ή στον φούρνο μέχρι να γίνει.
#1652
σίτες
ουσιαστικό
Πληθυντικός του «σίτος»: τα σιτηρά, δηλαδή το σιτάρι και γενικά οι καρποί που γίνονται αλεύρι/ψωμί.
#1651
εσένα
Αντωνυμία που σημαίνει «εσένα», δηλ. το άτομο στο οποίο απευθύνεται ο ομιλητής (αιτιατική του «εσύ»)…
#1650
ηχεία
ουσιαστικό
Συσκευές που αναπαράγουν ήχο από ηλεκτρικό σήμα, όπως τα ηχεία ενός υπολογιστή ή στερεοφωνικού.
#1649
φίνοι
#1648
απατέ
κλητική ενικού του απατός
#1647
μπετό
ουσιαστικό
Σκυρόδεμα, υλικό οικοδομής από τσιμέντο, άμμο, χαλίκι και νερό.
#1646
έξεες
#1645
ικανή
επίθετο
Θηλυκό του «ικανός»: που έχει την ικανότητα να κάνει κάτι καλά ή είναι κατάλληλη για κάτι.
#1644
χέρσο
επίθετο
Άγονος ή ακαλλιέργητος (για γη), χωρίς βλάστηση ή παραγωγή.
#1643
σαλών
γενική πληθυντικού του σαλός
#1642
αμάκα
η διαβίωση με τα χρήματα άλλων
← Newer
Page 4 / 59
Older →
Play Today's Wordle