Wordle Ελληνικά · Αρχείο

Όλες οι λέξεις

1,912 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#1822
έλεος
έλεος
η λύπηση, η συμπόνια για κάποιον που βρίσκεται σε δύσκολη θέση ή κατάσταση
#1821
σύρμα
σύρμα
ουσιαστικόΛεπτό μεταλλικό νήμα (καλώδιο) που χρησιμοποιείται για σύνδεση, στήριξη ή μεταφορά ρεύματος.
#1820
θερμά
θερμά
με θερμό τρόπο, με εγκαρδιότητα
#1819
βλέπω
βλέπω
αντιλαμβάνομαι την ύπαρξη αντικειμένων με τα μάτια μου
#1818
παλτό
παλτό
βαρύ και ζεστό ένδυμα για τον κορμό, μάλλινο ή γούνινο με μανίκια, που φοριέται πάνω από τα υπόλοιπα…
#1817
εννιά
εννιά
το απόλυτο αριθμητικό (9) που ακολουθεί το οκτώ και προηγείται του δέκα, συμβολίζεται με τον αραβικό…
#1816
ξένοι
ξένοι
ουσιαστικό«Ξένοι» είναι άνθρωποι που δεν είναι από τον ίδιο τόπο/χώρα ή δεν είναι γνωστοί σε εμάς.
#1815
πιστά
πιστά
με πιστό τρόπο
#1814
τείχη
τείχη
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τείχος
#1813
κορφή
κορφή
ουσιαστικόΗ κορυφή ή το ψηλότερο σημείο ενός βουνού ή άλλου πράγματος.
#1812
τόμος
τόμος
το καθένα από τα δεμένα βιβλία που αποτελούν ένα ενιαίο σύγγραμμα (μυθιστόρημα, επιστημονικό έργο, ε…
#1811
φόβος
φόβος
το δυσάρεστο συναίσθημα που προκαλεί η συνειδητοποίηση ή η φαντασίωση ενός επικείμενου κινδύνου
#1810
κάναν
κάναν
ρήμαΛαϊκή/προφορική μορφή του «έκαναν»: έπραξαν, πραγματοποίησαν κάτι (γ’ πληθ. αορ. του «κάνω»).
#1809
είμαι
είμαι
έχω μια μόνιμη ή προσωρινή ιδιότητα
#1808
άμεσα
άμεσα
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άμεσος
#1807
δεξιά
δεξιά
το δεξί χέρι
#1806
μάγος
μάγος
αυτός που ασκεί τη μαγεία, που κάνει μάγια, που επικαλείται υπερφυσικές δυνάμεις ή εμφανίζεται να τι…
#1805
αυλής
αυλής
γενική ενικού του αυλή
#1804
άφεση
άφεση
η απαλλαγή
#1803
έξοχη
έξοχη
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έξοχος
#1802
πράσα
πράσα
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πράσο
#1801
αγόρι
αγόρι
το παιδί αρσενικού γένους
#1800
γρίπη
γρίπη
μεταδοτική ασθένεια του αναπνευστικού συστήματος. Τα συνήθη συμπτώματά της είναι πυρετός, πονοκέφαλο…
#1799
θεϊκή
θεϊκή
επίθετοΠου ανήκει ή σχετίζεται με τον Θεό ή το θείο· θεϊκός/θεϊκή.
#1798
βαθιά
βαθιά
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαθύς
#1797
τάρτα
τάρτα
είδος γλυκού με ζύμη και κρέμα, γαρνιρισμένο με μαρμελάδα, φρούτα ή άλλα υλικά
#1796
ράφια
ράφια
ουσιαστικόΠληθυντικός του «ράφι»: οι οριζόντιες επιφάνειες σε ντουλάπι ή τοίχο για να βάζουμε/αποθηκεύουμε πρά…
#1795
χρήση
χρήση
η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χρησιμοποιώ
#1794
ζόμπι
ζόμπι
το σώμα ενός νεκρού που επανέρχεται στη ζωή υπερφυσικά, για να υπηρετεί άβουλα αυτόν που τον επαναφέ…
#1793
βγάζω
βγάζω
βγάζω κάποιον έξω: αποβάλλω ένα μαθητή από την αίθουσα