Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,776 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#576
στάλο
στάλο
αιτιατική ενικού του στάλος
#575
βίωσε
βίωσε
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιώνω
#574
ψύχου
ψύχου
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#573
έκοβα
έκοβα
ρήμαΠαρατατικός του «κόβω»: έκοβα κάτι, δηλ. το έκοβα/έκοβα κομμάτια (συνήθως επαναλαμβανόμενα ή για κάπ…
#572
μύγας
μύγας
γενική ενικού του μύγα
#571
τρελέ
τρελέ
κλητική ενικού του τρελός
#570
νόθου
νόθου
γενική ενικού του νόθος
#569
ορμιά
ορμιά
νήμα ψαρέματος όπου δένεται το αγκίστρι
#568
άμαθη
άμαθη
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άμαθος
#567
φόρμα
φόρμα
καλούπι που δίνει μορφή σε άλλα αντικείμενα όταν αυτά είναι από από εύπλαστο υλικό ή γίνονται εύπλασ…
#566
πτύξη
πτύξη
το δίπλωμα, δίπλωση το να διπλώνεις
#565
ψίαθε
ψίαθε
#564
εξάδα
εξάδα
σύνολο από έξι όμοια στοιχεία
#563
έριον
έριον
ανδρικό όνομα
#562
τέκνα
τέκνα
ουσιαστικόΠαιδιά, απόγονοι (συνήθως σε πληθυντικό).
#561
αγνώς
αγνώς
#560
αυτιά
αυτιά
ουσιαστικόΤα όργανα της ακοής στο κεφάλι (τα «ears»).
#559
βήσας
βήσας
#558
ιόππη
ιόππη
#557
χάρος
χάρος
ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Χάρου)
#556
ατυχή
ατυχή
#555
ιερές
ιερές
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιερή
#554
λύνει
λύνει
ρήμαΛύνει: ξεδένει ή ανοίγει κάτι, ή βρίσκει τη λύση σε πρόβλημα/γρίφο.
#553
βάλτο
βάλτο
αιτιατική ενικού του βάλτος
#552
φύλαξ
φύλαξ
ανδρικό όνομα
#551
στόκο
στόκο
αιτιατική ενικού του στόκος
#550
σφίγξ
σφίγξ
ουσιαστικόΜυθικό πλάσμα με σώμα λιονταριού και κεφάλι γυναίκας, γνωστό από τον μύθο του Οιδίποδα.
#549
μάικλ
μάικλ
ανδρικό όνομα
#548
πύρες
πύρες
ουσιαστικόΠληθυντικός του «πυρά»: μεγάλες φωτιές που ανάβουν για κάψιμο ή για τελετές/γιορτές.
#547
ερνάν
ερνάν
ανδρικό όνομα