Wordle Ελληνικά · Αρχείο

Όλες οι λέξεις

1,877 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#677
μύρτα
μύρτα
ουσιαστικόΗ μυρτιά, αρωματικός αειθαλής θάμνος (μυρτιά).
#676
ξένην
ξένην
ουσιαστικόΑιτιατική ενικού του «ξένη»: γυναίκα που δεν είναι από εδώ, άγνωστη ή επισκέπτρια.
#675
λαδιά
λαδιά
ουσιαστικόΛαδιά: λάδι που έχει χυθεί και λερώνει/γλιστράει (π.χ. στο πάτωμα ή στο δρόμο).
#674
ενέχω
ενέχω
ρήμαΈχω ευθύνη ή υποχρέωση για κάτι, ή εμπλέκομαι σε κάτι.
#673
βαρδή
βαρδή
γυναικείο επώνυμο
#672
σινιά
σινιά
#671
φασόν
φασόν
ουσιαστικόΈτοιμο ρούχο ή προϊόν μαζικής παραγωγής, τυποποιημένο και όχι κατά παραγγελία.
#670
άσεβο
άσεβο
επίθετοΑυτός που δεν σέβεται τα ιερά ή τους άλλους· αναιδής, ασέβης.
#669
κοκτό
κοκτό
#668
ίσαλε
ίσαλε
κλητική ενικού του ίσαλος
#667
ωδικό
ωδικό
αιτιατική ενικού του ωδικός
#666
μήνυε
μήνυε
ρήμαΠροστακτική του «μηνύω»: ενημέρωσε ή κατήγγειλε κάτι στις αρχές.
#665
αφεθώ
αφεθώ
ρήμαΤύπος του ρήματος «αφήνω»: να αφεθώ = να χαλαρώσω/να παραδοθώ, να αφήσω τον εαυτό μου.
#664
ρήξις
ρήξις
ουσιαστικόΣπάσιμο ή ρήξη (π.χ. αγγείου, μυός ή ιστού), δηλ. διακοπή της συνέχειας.
#663
εδική
εδική
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εδικός
#662
έλτον
έλτον
ανδρικό όνομα
#661
άρνης
άρνης
ανδρικό επώνυμο
#660
αώτου
αώτου
επίθετοΓενική ενικού του «άσωτος»: του σπάταλου, που ζει άτακτα και ξοδεύει χωρίς μέτρο.
#659
χεριά
χεριά
ουσιαστικόΤα χέρια (πληθυντικός του «χέρι»).
#658
ίνωμα
ίνωμα
είδος καλοήθους όγκου (νεοπλάσματος από συνδετικό ιστό)
#657
ατονώ
ατονώ
εξασθενώ, εξαντλούμαι
#656
νόημα
νόημα
ουσιαστικόΤο νόημα είναι η σημασία ή το περιεχόμενο ενός λόγου, κειμένου ή πράξης.
#655
ενήγε
ενήγε
#654
φύρες
φύρες
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φύρα
#653
δόξης
δόξης
ουσιαστικόΓενική ενικού της «δόξα»: φήμη, τιμή ή αναγνώριση που έχει κάποιος.
#652
μέλψε
μέλψε
#651
έλυαν
έλυαν
ρήμαΠαρατατικός του «λύνω»: αυτοί/αυτές/αυτά έλυναν κάτι (π.χ. πρόβλημα, κόμπο).
#650
ζήτης
ζήτης
ανδρικό όνομα
#649
φρίξω
φρίξω
ρήμαΑνατριχιάζω από κρύο, φόβο ή αηδία.
#648
γαζών
γαζών
γενική πληθυντικού του γάζα