Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,776 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#486
ιαίνω
ιαίνω
ρήμαΖεσταίνω ή θερμαίνω (συνήθως κάτι ή κάποιον).
#485
ξάπλα
ξάπλα
ουσιαστικόΗ στάση ή κατάσταση του να είσαι ξαπλωμένος/η, συνήθως για ξεκούραση.
#484
ίδρων
ίδρων
ουσιαστικόΓενική ενικού του «ιδρώτας»: ο ιδρώτας, το υγρό που βγαίνει από το σώμα όταν ζεσταίνεται ή κουράζετα…
#483
έλκυα
έλκυα
ουσιαστικόΠληγές/έλκη στο δέρμα ή στους βλεννογόνους, συνήθως επώδυνες και δύσκολες να επουλωθούν.
#482
δίκιο
δίκιο
αυτό που είναι αληθές ή ορθό, που συμφωνεί με την πραγματικότητα
#481
κράση
κράση
η ενέργεια και το αποτέλεσμα της ανάμειξης υγρών ή λιωμένων μετάλλων
#480
ακοές
ακοές
ουσιαστικόΠληθυντικός της «ακοή»: η ικανότητα να ακούει κανείς, η αίσθηση της ακοής.
#479
λιτοί
λιτοί
ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιτός
#478
λίβιο
λίβιο
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#477
λοράν
λοράν
ανδρικό όνομα
#476
δέεις
δέεις
ρήμαΔένεις κάτι, δηλαδή το ασφαλίζεις/στερεώνεις με κόμπο ή δέσιμο (π.χ. κορδόνια, σχοινί).
#475
άβαφη
άβαφη
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άβαφος
#474
σωστή
σωστή
επίθετοΘηλυκό του «σωστός»: που είναι ορθό, σωστό ή κατάλληλο.
#473
πάγκο
πάγκο
ουσιαστικόΕπιφάνεια εργασίας ή πώλησης, συνήθως σε μαγαζί ή κουζίνα, όπου ακουμπάμε ή εκθέτουμε πράγματα.
#472
βαριά
βαριά
επίθετοΠου έχει μεγάλο βάρος ή είναι δύσκολο να σηκωθεί/μετακινηθεί.
#471
ζούδι
ζούδι
μικρό ζώο
#470
κενών
κενών
επίθετοΤύπος του «κενός»: που δεν έχει μέσα τίποτα, άδειος.
#469
πάρτε
πάρτε
β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παίρνω
#468
στίφη
στίφη
ουσιαστικόΠληθυντικός του «στίφος»: ομάδα ανθρώπων ή ζώων συγκεντρωμένων μαζί, συνήθως σε πλήθος.
#467
δαύτη
δαύτη
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δαύτος
#466
ζώσου
ζώσου
ρήμαΠροστακτική του «ζώνομαι»: βάλε ζώνη ή δέσε κάτι γύρω από τη μέση σου.
#465
γέρμα
γέρμα
η ώρα που ο ήλιος γέρνει, το ηλιοβασίλεμα, η δύση
#464
δέξου
δέξου
ρήμαΠροστακτική του «δέχομαι»: πάρε/δέξου κάτι που σου δίνεται ή αποδέξου κάτι.
#463
νώτων
νώτων
ουσιαστικόΗ πλάτη, το πίσω μέρος του σώματος (ιδίως της ράχης).
#462
οίνου
οίνου
γενική ενικού του οίνος
#461
λέξις
λέξις
ουσιαστικόΗ λέξη ή η διατύπωση/έκφραση που χρησιμοποιείται στον λόγο ή στο κείμενο.
#460
ορφνή
ορφνή
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορφνός
#459
μήκων
μήκων
η παπαρούνα Μήκων η υπνοφόρος (Papaver somniferum) απ' όπου παράγεται το όπιο
#458
βωμού
βωμού
γενική ενικού του βωμός
#457
ρέετε
ρέετε
ρήμαΒ΄ πληθυντικό ενεστώτα του «ρέω»: (εσείς) ρέετε, δηλ. ρέετε/κυλάτε (για υγρά).