Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,776 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#516
βουνά
βουνά
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουνό
#515
πλάνο
πλάνο
γενικό σχέδιο
#514
έαρος
έαρος
ουσιαστικόΓενική του «έαρ»: η άνοιξη.
#513
όσιου
όσιου
επίθετοΓενική του «όσιος»: του αγίου, του ευσεβούς ή του μοναχού.
#512
έρανα
έρανα
α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραίνω
#511
ζωηρέ
ζωηρέ
κλητική ενικού του ζωηρός
#510
οπότε
οπότε
και άρα, και επομένως
#509
μένον
μένον
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#508
δάκοι
δάκοι
ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δάκος
#507
ζίτσα
ζίτσα
#506
τόκιο
τόκιο
πρωτεύουσα της Ιαπωνίας
#505
χρυσά
χρυσά
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσό
#504
κόμπο
κόμπο
αιτιατική ενικού του κόμπος
#503
ιτιές
ιτιές
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιτιά
#502
άφεσή
άφεσή
ουσιαστικόΗ άφεση είναι η συγχώρεση ή η απαλλαγή από ευθύνη/ποινή.
#501
νωδού
νωδού
γενική ενικού του νωδός
#500
σκεπή
σκεπή
σκελετός από ξύλο που καλύπτεται με κεραμίδια, πλάκες ή άλλα υλικά και στεγάζει ένα οικοδόμημα.
#499
ψάχνω
ψάχνω
προσπαθώ να βρω κάτι ή κάποιον
#498
ακύλα
ακύλα
γυναικείο επώνυμο
#497
σκέτα
σκέτα
με σκέτο τρόπο
#496
σκέπη
σκέπη
κάλυμμα, σκέπασμα
#495
δίκες
δίκες
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίκη
#494
αλάνα
αλάνα
η υπαίθρια έκταση σε κατοικημένη περιοχή, ή κοντά σε αυτή, που δεν έχει διαμορφωθεί
#493
αργές
αργές
επίθετοΘηλυκό πληθυντικό του «αργός»: που κινούνται ή γίνονται με αργό ρυθμό, όχι γρήγορα.
#492
στέκα
στέκα
ουσιαστικόΜακρύ ξύλινο ραβδί που χρησιμοποιείται στο μπιλιάρδο για να χτυπάς τις μπάλες.
#491
φάπας
φάπας
ουσιαστικόΔυνατό χαστούκι ή σφαλιάρα στο πρόσωπο.
#490
δέαμε
δέαμε
#489
κέντα
κέντα
γυναικείο επώνυμο
#488
κοάζω
κοάζω
κάνω κουάξ/κοάξ
#487
θεούς
θεούς
ουσιαστικόΑιτιατική πληθυντικού του «θεός»: τους θεούς, δηλ. θεϊκές οντότητες/θεότητες.