Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,757 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#437
ψίαθο
#436
γύρας
γενική ενικού του γύρα
#435
πεύκο
ουσιαστικόpine tree
#434
ψήνου
ρήμαΜορφή του ρήματος «ψήνω»: (εγώ) ψήνω, δηλ. μαγειρεύω/ψήνω κάτι στη φωτιά ή στον φούρνο.
#433
φίλης
γενική ενικού, θηλυκού γένους (φίλη) του φίλος
#432
μόρτη
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μόρτης
#431
κούπα
κύπελλο ή πολύ μεγάλο φλιτζάνι με ή χωρίς λαβή
#430
λόχων
γενική πληθυντικού του λόχος
#429
όρμων
γενική πληθυντικού του όρμος
#428
αίγιο
πόλη της Ελλάδας
#427
φέστα
παλιότερος τρόπος προφοράς της λεξης φιέστα, για τη γιορτή, το πανηγύρι
#426
έκτωρ
Ήρωας της Ιλιάδας, γιος του Πρίαμου και της Εκάβης, σύζυγος της Ανδρομάχης, ο οποίος σκοτώθηκε μονομ…
#425
ήλιος
ουσιαστικόΤο άστρο του ηλιακού μας συστήματος που φωτίζει και θερμαίνει τη Γη.
#424
τοκάς
άλλη μορφή του τόκα (θηλυκό)
#423
ιεράς
επίθετοΘηλυκό του «ιερός»: που είναι άγια ή σχετική με τη θρησκεία.
#422
δεήσω
ρήμαΘα παρακαλέσω ή θα ικετεύσω (μέλλοντας του «δέομαι»).
#421
έψεξα
α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψέγω
#420
περνώ
πιο επίσημη μορφή του περνάω
#419
κανάλ
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#418
άπονη
επίθετοnominative/accusative/vocative feminine singular of άπονος (áponos)
#417
γωνία
ο χώρος που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο ευθείες που τέμνονται, κοντά στο σημείο τομής τους
#416
μιχθώ
#415
μαμής
ανδρικό επώνυμο
#414
κρύψω
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρύβω
#413
ηχείς
ρήμα«ηχείς» = «ηχείς/ηχείς» (β΄ ενικό ενεστώτα του «ηχώ»): βγάζεις ήχο, αντηχείς.
#412
κολάν
εφαρμοστό παντελόνι που «κολλάει» στο σώμα
#411
δήλοι
ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δήλος
#410
έθιξε
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θίγω
#409
δειλέ
επίθετοΚλητική του «δειλός»: προσφώνηση σε κάποιον που είναι φοβητσιάρης ή άτολμος.
#408
τσίου
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)