Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,776 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#396
βρέφη
βρέφη
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρέφος
#395
κείνο
κείνο
αιτιατική ενικού του κείνος
#394
κλάψα
κλάψα
άλλη μορφή του κλάμα, θρήνος
#393
έριζε
έριζε
ρήμαΠαρατατικός του «ερίζω»: μάλωνε ή φιλονικούσε με κάποιον.
#392
πυγές
πυγές
#391
κάπως
κάπως
επίρρημαΜε αόριστο ή μη ξεκάθαρο τρόπο· κάπως, λίγο, περίπου.
#390
ίσωσα
ίσωσα
α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισώνω
#389
κώλυα
κώλυα
#388
μελιά
μελιά
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μελής
#387
άρρεν
άρρεν
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άρρην
#386
μηριά
μηριά
ουσιαστικόΤο πάνω μέρος του ποδιού, από το ισχίο ως το γόνατο.
#385
ούριο
ούριο
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ούριος
#384
απατά
απατά
γ’ ενικό οριστικής ή υποτακτικής ενεστώτα του ρήματος απατώ
#383
βατός
βατός
που μπορεί κανείς να τον διαβεί
#382
φράσε
φράσε
ρήμαΠροστακτική του «φράζω»: κλείσε ή μπλόκαρε ένα άνοιγμα/δίοδο.
#381
ζάρες
ζάρες
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζάρα
#380
ζίλια
ζίλια
ουσιαστικόΖήλια: το δυσάρεστο συναίσθημα όταν φοβάσαι ότι θα χάσεις την αγάπη ή την προσοχή κάποιου σε άλλον.
#379
κρέπι
κρέπι
άλλη μορφή του κρεπ
#378
αρήνη
αρήνη
γυναικείο όνομα
#377
καλών
καλών
γενική πληθυντικού του καλό
#376
φταις
φταις
ουσιαστικόΛάθος ή ευθύνη για κάτι κακό που έγινε· φταίξιμο.
#375
λαθών
λαθών
γενική πληθυντικού του λάθος
#374
λάμδα
λάμδα
το ενδέκατο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (πεζό: λ, κεφαλαίο: Λ)
#373
ξαστώ
ξαστώ
#372
δέρμα
δέρμα
ουσιαστικόΤο εξωτερικό κάλυμμα του σώματος ανθρώπων και ζώων, το «skin».
#371
δέετε
δέετε
ρήμαΔέετε: (εσείς) δένετε κάτι, το στερεώνετε με κόμπο ή δέσιμο.
#370
φαύλο
φαύλο
επίθετοΚακός ή ανήθικος, με αρνητική ποιότητα ή συμπεριφορά.
#369
νήσσα
νήσσα
η πάπια, μόνο στη σκωπτική έκφραση άγνωστης προέλευσης:
#368
ασκός
ασκός
ουσιαστικόΔερμάτινος ή πλαστικός ασκός/σακούλα για αποθήκευση και μεταφορά υγρών, όπως κρασί ή νερό.
#367
άγγλε
άγγλε
κλητική ενικού του Άγγλος