Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,759 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#379
κρέπι
κρέπι
άλλη μορφή του κρεπ
#378
αρήνη
αρήνη
γυναικείο όνομα
#377
καλών
καλών
γενική πληθυντικού του καλό
#376
φταις
φταις
ουσιαστικόΛάθος ή ευθύνη για κάτι κακό που έγινε· φταίξιμο.
#375
λαθών
λαθών
γενική πληθυντικού του λάθος
#374
λάμδα
λάμδα
το ενδέκατο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (πεζό: λ, κεφαλαίο: Λ)
#373
ξαστώ
ξαστώ
#372
δέρμα
δέρμα
ουσιαστικόΤο εξωτερικό κάλυμμα του σώματος ανθρώπων και ζώων, το «skin».
#371
δέετε
δέετε
ρήμαΔέετε: (εσείς) δένετε κάτι, το στερεώνετε με κόμπο ή δέσιμο.
#370
φαύλο
φαύλο
επίθετοΚακός ή ανήθικος, με αρνητική ποιότητα ή συμπεριφορά.
#369
νήσσα
νήσσα
η πάπια, μόνο στη σκωπτική έκφραση άγνωστης προέλευσης:
#368
ασκός
ασκός
ουσιαστικόΔερμάτινος ή πλαστικός ασκός/σακούλα για αποθήκευση και μεταφορά υγρών, όπως κρασί ή νερό.
#367
άγγλε
άγγλε
κλητική ενικού του Άγγλος
#366
άλυτε
άλυτε
κλητική ενικού του άλυτος
#365
θάπτε
θάπτε
ρήμα«θάπτε» = (αυτός/αυτή/αυτό) θάβει· βάζει κάποιον/κάτι στο χώμα, κάνει ταφή.
#364
στόφα
στόφα
ουσιαστικόΎφασμα, συνήθως χοντρό ή καλής ποιότητας, για ρούχα ή ταπετσαρίες.
#363
πλωτή
πλωτή
επίθετοΠου επιπλέει ή μπορεί να επιπλέει στο νερό.
#362
στύψε
στύψε
ρήμαΠροστακτική του «στύβω»: πίεσε/στίψε κάτι (π.χ. λεμόνι) για να βγάλει χυμό.
#361
όδευε
όδευε
ρήμαΠαρατατικός του «οδεύω»: πήγαινε/πορευόταν προς κάποιον προορισμό.
#360
άθολη
άθολη
επίθετοΠου είναι καθαρή και διαυγής, χωρίς θολούρα.
#359
ψυχτώ
ψυχτώ
#358
σορών
σορών
ουσιαστικόΓενική πληθυντικού του «σορός»: το φέρετρο ή η λάρνακα όπου τοποθετείται νεκρός.
#357
μπαλί
μπαλί
ουσιαστικόΜικρή σφαίρα από υλικό όπως μέταλλο ή πλαστικό, που χρησιμοποιείται κυρίως ως βλήμα σε όπλα.
#356
κάμπε
κάμπε
κλητική ενικού του κάμπος
#355
ιταλέ
ιταλέ
vocative singular of Ιταλός (Italós)
#354
μύησα
μύησα
ρήμα«Μύησα» = μύησα κάποιον: τον εισήγαγα/τον μύησα σε κάτι, του έδειξα τα βασικά ή τον έκανα μέλος.
#353
ισμέτ
ισμέτ
ανδρικό όνομα
#352
έπινε
έπινε
ρήμαΠαρατατικός του «πίνω»: έπινε (αυτός/αυτή) = έπινε ποτό ή άλλο υγρό.
#351
βιλάρ
βιλάρ
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#350
αξώμη
αξώμη