Wordle Ελληνικά · Αρχείο

Όλες οι λέξεις

1,864 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#1624
άνετη
άνετη
επίθετοΘηλυκό του «άνετος»: που είναι άνετη, βολική ή χαλαρή, χωρίς δυσκολία ή πίεση.
#1623
έλεός
έλεός
ουσιαστικόΟίκτος και καλοσύνη προς κάποιον που υποφέρει, με διάθεση να τον βοηθήσεις ή να τον συγχωρήσεις.
#1622
τέμιν
τέμιν
#1621
ζώσας
ζώσας
ρήμαΜετοχή του «ζώνω»: έχοντας δέσει/φορέσει ζώνη ή έχοντας ζωστεί κάτι γύρω από τη μέση.
#1620
υγρός
υγρός
επίθετοΠου έχει υγρασία ή είναι βρεγμένος.
#1619
λύεις
λύεις
ρήμα«Λύνεις»: ξεδένεις ή ανοίγεις κάτι, ή λύνεις ένα πρόβλημα/γρίφο.
#1618
κύκλο
κύκλο
ουσιαστικόΑιτιατική του «κύκλος»: σχήμα ή διαδρομή που είναι στρογγυλή και κλείνει στον εαυτό της.
#1617
τρένο
τρένο
ουσιαστικόΣιδηροδρομικό όχημα που μεταφέρει επιβάτες ή φορτία σε ράγες.
#1616
άσημη
άσημη
επίθετοΠου δεν είναι γνωστή ή διάσημη, χωρίς φήμη.
#1615
λύουν
λύουν
ρήμα«Λύνουν»: ξεδένουν ή ξεμπερδεύουν κάτι, ή βρίσκουν τη λύση σε πρόβλημα/γρίφο.
#1614
πότης
πότης
ουσιαστικόΆτομο που πίνει συχνά αλκοόλ, πότης.
#1613
κόρων
κόρων
#1612
φελάς
φελάς
ανδρικό επώνυμο
#1611
βράσε
βράσε
ρήμαΠροστακτική του «βράζω»: βράσε κάτι, δηλ. μαγείρεψέ το σε βραστό νερό.
#1610
ζέουν
ζέουν
ρήμαΤρίτο πληθυντικό του «ζέω»: βράζουν/κοχλάζουν (π.χ. τα νερά ζέουν).
#1609
βώλος
βώλος
ουσιαστικόΣβώλος ή μάζα από χώμα/πηλό, συνήθως συμπαγής και στρογγυλεμένη.
#1608
άταφε
άταφε
#1607
ψαρών
ψαρών
γενική πληθυντικού του ψαρός
#1606
σεπτή
σεπτή
επίθετοΠου προκαλεί σεβασμό· αξιοσέβαστη, σεβάσμια (συνήθως για πρόσωπο ή θεσμό).
#1605
χαμώι
χαμώι
#1604
σάσεξ
σάσεξ
Sussex (a region and former country in southeast England)
#1603
έψαλε
έψαλε
ρήμαΤραγούδησε ή έψαλλε (συνήθως εκκλησιαστικό ύμνο).
#1602
νεύσε
νεύσε
ρήμαΈγνεψε· έκανε νεύμα (συνήθως με το κεφάλι) για να δείξει κάτι ή να χαιρετήσει.
#1601
πάνας
πάνας
όνομα αρχαίας ελληνικής θεότητας και μυθολογικού ήρωα, η λατρεία του οποίου ήταν αρκετά διαδεδομένη …
#1600
φίλων
φίλων
ουσιαστικόΓενική πληθυντικού του «φίλος»: των φίλων, δηλ. των ανθρώπων με τους οποίους έχεις φιλία.
#1599
τομές
τομές
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τομή
#1598
χάσκα
χάσκα
έθιμο της Κυριακής της Τυρινής κατά το οποίο μια ομάδα ανθρώπων, που στέκονται σε κύκλο και με τα χέ…
#1597
έταζε
έταζε
ρήμαΠαρατατικός του «ετάζω»: εξέταζε ή ρωτούσε/διερευνούσε κάτι.
#1596
νάκου
νάκου
γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Νάκος
#1595
αλλού
αλλού
σε άλλο χώρο, σε άλλο σημείο