Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά · Archive
Όλες οι λέξεις
1,763
καθημερινές λέξεις και αυξάνονται
Daily Puzzle
Dordle
Quordle
Octordle
Sedecordle
Duotrigordle
Speed Streak
Globle
#1523
λίνον
ουσιαστικό
Το φυτό λινάρι ή η ίνα/ύφασμα που παράγεται από αυτό (λινό).
#1522
δόλοι
ουσιαστικό
Πληθυντικός του «δόλος»: απάτες ή τεχνάσματα με σκοπό την εξαπάτηση.
#1521
λεπτό
ουσιαστικό
Μονάδα χρόνου ίση με 60 δευτερόλεπτα.
#1520
χέζει
ρήμα
Κάνει την ανάγκη του, αφοδεύει.
#1519
σάμου
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#1518
βλογά
#1517
αρνών
ουσιαστικό
Γενική πληθυντικού του «αρνί»: των αρνιών (νεαρά πρόβατα).
#1516
ρητός
που έχει ειπωθεί, που έχει ορισθεί κατηγορηματικά και με σαφήνεια
#1515
πεάνο
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#1514
ψιχία
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψιχίο
#1513
γραφώ
ρήμα
Γράφω: σχηματίζω γράμματα ή κείμενο (σε χαρτί ή ψηφιακά).
#1512
ειτέα
#1511
μάρτη
ουσιαστικό
Το «μάρτη» είναι το βραχιολάκι από άσπρη και κόκκινη κλωστή που φοριέται τον Μάρτιο για προστασία απ…
#1510
πόστα
ουσιαστικό
Η πόστα είναι η θέση ή το πόστο κάποιου, ιδίως στη δουλειά ή σε υπηρεσία.
#1509
πίστη
ουσιαστικό
Εμπιστοσύνη ή πεποίθηση σε κάποιον ή κάτι· πίστη σε ιδέες ή θρησκεία.
#1508
σφαγή
ουσιαστικό
Η σφαγή είναι η βίαιη θανάτωση ανθρώπων ή ζώων, συχνά μαζικά.
#1507
χιουμ
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#1506
φυλάς
ρήμα
«Φυλάς» είναι ο τύπος του ρήματος «φυλάω» και σημαίνει «προσέχεις/κρατάς κάτι ασφαλές».
#1505
διττή
επίθετο
Που έχει δύο όψεις ή δύο χαρακτήρες· διπλός/αμφίσημος.
#1504
διψάν
ρήμα
Μορφή του ρήματος «διψάω»: (εγώ) διψώ, έχω ανάγκη να πιω νερό.
#1503
ρικνά
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ρικνός
#1502
αργών
γενική πληθυντικού του αργός
#1501
λάιος
αρχαίο ανδρικό όνομα
#1500
ιδρός
ουσιαστικό
Ο ιδρώτας, το υγρό που βγαίνει από το δέρμα όταν ζεσταινόμαστε ή κουραζόμαστε.
#1499
δίκτυ
ουσιαστικό
Δίκτυ: πλέγμα από νήματα ή σύρμα που χρησιμοποιείται για ψάρεμα ή για να συγκρατεί/καλύπτει κάτι.
#1498
ανθής
ανδρικό επώνυμο
#1497
αρχών
γενική πληθυντικού του αρχή
#1496
τήλου
#1495
γάδων
#1494
τεφρέ
κλητική ενικού του τεφρός
← Newer
Page 9 / 59
Older →
Play Today's Wordle