Wordle Ελληνικά · Αρχείο

Όλες οι λέξεις

1,864 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#1504
διψάν
διψάν
ρήμαΜορφή του ρήματος «διψάω»: (εγώ) διψώ, έχω ανάγκη να πιω νερό.
#1503
ρικνά
ρικνά
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ρικνός
#1502
αργών
αργών
γενική πληθυντικού του αργός
#1501
λάιος
λάιος
αρχαίο ανδρικό όνομα
#1500
ιδρός
ιδρός
ουσιαστικόΟ ιδρώτας, το υγρό που βγαίνει από το δέρμα όταν ζεσταινόμαστε ή κουραζόμαστε.
#1499
δίκτυ
δίκτυ
ουσιαστικόΔίκτυ: πλέγμα από νήματα ή σύρμα που χρησιμοποιείται για ψάρεμα ή για να συγκρατεί/καλύπτει κάτι.
#1498
ανθής
ανθής
ανδρικό επώνυμο
#1497
αρχών
αρχών
γενική πληθυντικού του αρχή
#1496
τήλου
τήλου
#1495
γάδων
γάδων
ουσιαστικόΓάδων: γενική πληθυντικού του «γάδος», δηλ. του ψαριού μπακαλιάρος.
#1494
τεφρέ
τεφρέ
κλητική ενικού του τεφρός
#1493
δαρθώ
δαρθώ
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δέρνομαι
#1492
ώριμα
ώριμα
επίθετοΠου έχει ωριμάσει, έτοιμο να φαγωθεί ή να χρησιμοποιηθεί (π.χ. φρούτα).
#1491
άεργο
άεργο
επίθετοΑυτός που δεν εργάζεται, άνεργος ή αδρανής.
#1490
λάθει
λάθει
ρήμαγίνεται χωρίς να το καταλάβει ή να το αντιληφθεί κάποιος· περνά απαρατήρητο.
#1489
νέμου
νέμου
#1488
κακάο
κακάο
η σκόνη που παίρνουμε με κατάλληλη επεξεργασία από τους σπόρους του κακαόδεντρου
#1487
γάλος
γάλος
η αρσενική γαλοπούλα
#1486
λαίδη
λαίδη
άλλη γραφή του λέδη
#1485
βόιδι
βόιδι
το βόδι
#1484
τζίνο
τζίνο
#1483
σάλας
σάλας
γενική ενικού του σάλα
#1482
δείλι
δείλι
το δειλινό
#1481
άζηλη
άζηλη
#1480
σάττε
σάττε
#1479
ρόζων
ρόζων
γενική πληθυντικού του ρόζος
#1478
ξαντέ
ξαντέ
κλητική ενικού του ξαντός
#1477
βάρης
βάρης
ανδρικό επώνυμο
#1476
κήρες
κήρες
#1475
ψιλοί
ψιλοί
ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψιλός