Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,764 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#1404
ίσους
ίσους
επίθετοΤύπος του «ίσος» (αιτιατική αρσενικού πληθυντικού): που είναι ίδιοι σε αξία, μέγεθος ή ποσότητα.
#1403
σφύξη
σφύξη
άλλη μορφή του σφυγμός
#1402
σίλας
σίλας
ανδρικό όνομα
#1401
νέσσε
νέσσε
ανδρικό όνομα
#1400
άδηλε
άδηλε
κλητική ενικού του άδηλος
#1399
μύλοι
μύλοι
ουσιαστικόΠληθυντικός του «μύλος»: μηχανές ή κτίρια που αλέθουν σιτηρά (π.χ. αλευρόμυλοι).
#1398
μάμοι
μάμοι
ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μάμος
#1397
είναι
είναι
ρήμαΤύπος του ρήματος «είμαι» (γ΄ ενικό ενεστώτα): δηλώνει ότι κάτι υπάρχει ή έχει μια ιδιότητα.
#1396
βοερέ
βοερέ
κλητική ενικού του βοερός
#1395
πέπερ
πέπερ
#1394
φουντ
φουντ
#1393
νουμά
νουμά
#1392
δεινέ
δεινέ
κλητική ενικού του δεινός
#1391
μπουν
μπουν
γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαίνω
#1390
ρακές
ρακές
ουσιαστικόΠαραδοσιακό δυνατό αλκοολούχο ποτό (τσικουδιά/ρακή), συνήθως από απόσταξη σταφυλιών.
#1389
έφοδε
έφοδε
#1388
ξέησα
ξέησα
#1387
άλεθε
άλεθε
ρήμαΠροστακτική του «αλέθω»: άλεσε/άλεθε κάτι, δηλ. κάνε το σκόνη ή αλεύρι με άλεσμα.
#1386
αριάς
αριάς
#1385
φτενή
φτενή
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φτενός
#1384
στήνε
στήνε
ρήμαΠροστακτική του «στήνω»: βάλε κάτι όρθιο ή στήσε/τοποθέτησέ το στη θέση του.
#1383
δίκαι
δίκαι
#1382
θώκων
θώκων
γενική πληθυντικού του θώκος
#1381
είχες
είχες
ρήμαΒ΄ ενικό παρατατικού του «έχω»: είχες κάτι στην κατοχή σου ή σε μια κατάσταση στο παρελθόν.
#1380
χάλεϊ
χάλεϊ
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#1379
άγεις
άγεις
ρήμαΒ΄ ενικό ενεστώτα του «άγω»: οδηγείς/φέρνεις κάποιον ή κάτι κάπου.
#1378
ιδίας
ιδίας
επίθετοΘηλυκός τύπος της «ίδιος» σε γενική ενικού ή αιτιατική πληθυντικού: «της/τις δικές της, τις ίδιες».
#1377
κνωσέ
κνωσέ
#1376
δάδας
δάδας
ουσιαστικόΠληθυντικός της «δάδα»: αναμμένος πυρσός ή δαυλός για φωτισμό.
#1375
πύθιε
πύθιε