Wordle Ελληνικά · Αρχείο

Όλες οι λέξεις

1,863 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#183
άρτια
άρτια
με άρτιο τρόπο
#182
μίανε
μίανε
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μιαίνω
#181
σέρας
σέρας
γενική ενικού του σέρα
#180
μάρες
μάρες
συντετμημένη μορφή του κουταμάρες στη φράση άρες μάρες κουκουνάρες
#179
έθεσε
έθεσε
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θέτω
#178
ανήκα
ανήκα
α' ενικό οριστικής παρατατικού του ρήματος ανήκα
#177
ψυχρέ
ψυχρέ
κλητική ενικού, αρσενικού γένους του ψυχρός
#176
άθλια
άθλια
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άθλιος
#175
ράπτε
ράπτε
ρήμαΠροστακτική του «ράβω»: ράψε, δηλ. να ράψεις/να ενώσεις με βελόνα και κλωστή (π.χ. ρούχο).
#174
όχτος
όχτος
άλλη μορφή του όχθος
#173
κωφού
κωφού
γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του κωφός
#172
ιήτης
ιήτης
#171
αθάλη
αθάλη
άλλη μορφή του αιθάλη
#170
ζωσών
ζωσών
ρήμαΜετοχή του «ζώνω»: που έχει δέσει/φορέσει ζώνη ή έχει ζωστεί κάτι γύρω από τη μέση.
#169
μάρας
μάρας
γενική ενικού του μάρα
#168
μόνοι
μόνοι
επίθετο«μόνοι»: μόνοι τους, χωρίς άλλους· πληθυντικός του «μόνος».
#167
ανώια
ανώια
nominative/accusative/vocative plural of ανώι (anói)
#166
ιδωθώ
ιδωθώ
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλέπομαι
#165
ηπίων
ηπίων
επίθετοΉπιος, ήρεμος και πράος (π.χ. καιρός ή χαρακτήρας).
#164
χέρσι
χέρσι
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#163
τάλως
τάλως
ανδρικό επώνυμο
#162
κόποι
κόποι
ουσιαστικόΟι κόποι είναι οι προσπάθειες και η σκληρή δουλειά που καταβάλλει κάποιος για να πετύχει κάτι.
#161
άραξα
άραξα
α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αράζω
#160
λάβες
λάβες
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λάβα
#159
κώνων
κώνων
γενική πληθυντικού του κώνος
#158
διέβη
διέβη
ρήμαΠέρασε/διέσχισε (π.χ. δρόμο, ποτάμι)· αόριστος του «διαβαίνω».
#157
απωθά
απωθά
#156
φώτου
φώτου
γυναικείο επώνυμο
#155
σβήνω
σβήνω
ρήμαΣβήνω: κάνω κάτι να πάψει να καίει ή να φωτίζει, το κλείνω (π.χ. φως, φωτιά).
#154
μάιος
μάιος
ουσιαστικόΟ πέμπτος μήνας του χρόνου, ανάμεσα στον Απρίλιο και τον Ιούνιο.