Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,776 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#66
φθίνε
φθίνε
ρήμαΜειώνεται ή εξασθενεί σταδιακά (π.χ. η δύναμη, το φως, η ένταση).
#65
άγετε
άγετε
ρήμαΠροτροπή/εντολή που σημαίνει «ελάτε, πάμε» (πληθυντικός).
#64
ξηρής
ξηρής
επίθετοΓενική ενικού του «ξηρός»: που δεν έχει υγρασία, στεγνός.
#63
ακαής
ακαής
αυτός που δεν έχει καεί, άκαυτος
#62
αργόν
αργόν
ουσιαστικόΤο χημικό στοιχείο αργό (Ar), άχρωμο και άοσμο ευγενές αέριο της ατμόσφαιρας.
#61
άφορα
άφορα
ρήμα«Άφορα» = «αφορά»· σχετίζεται με, έχει σχέση με κάτι.
#60
φέρει
φέρει
ρήμαΣημαίνει «κουβαλάει/μεταφέρει» κάτι ή «φέρνει» κάτι κάπου.
#59
ηλίας
ηλίας
προφήτης της Παλαιάς Διαθήκης
#58
συχνή
συχνή
επίθετοΘηλυκό του «συχνός»: που γίνεται ή εμφανίζεται πολλές φορές, συχνά.
#57
χάρμα
χάρμα
ουσιαστικόΚάτι ή κάποιος που προκαλεί μεγάλη χαρά και ευχαρίστηση.
#56
θαύμα
θαύμα
ουσιαστικόΚάτι πολύ εντυπωσιακό ή απρόσμενα καλό που προκαλεί θαυμασμό.
#55
βοηθώ
βοηθώ
ρήμαΠαρέχω βοήθεια ή υποστήριξη σε κάποιον, τον συνδράμω.
#54
πόκες
πόκες
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πόκα
#53
φτερό
φτερό
ουσιαστικόΤο φτερό είναι το πτέρωμα ενός πουλιού, που το βοηθά να πετάει.
#52
ράβδο
ράβδο
ουσιαστικόΜακρύ και λεπτό ξύλο ή ραβδί που χρησιμοποιείται ως μπαστούνι ή για χτύπημα/στήριξη.
#51
όροφό
όροφό
#50
παΐδι
παΐδι
το καθένα από τα οστά των πλευρών του θώρακα ενός θηλαστικού
#49
βάδην
βάδην
άθλημα ταχύτητας στο οποίο ο αθλητής δεν επιτρέπεται να έχει ταυτόχρονα και τα δύο πόδια στον αέρα
#48
ελιάρ
ελιάρ
#47
οξικό
οξικό
επίθετοΠου σχετίζεται με το ξίδι, ειδικά με το οξικό οξύ (π.χ. οξικό οξύ).
#46
λάμπη
λάμπη
γυναικείο όνομα
#45
οξική
οξική
επίθετοΠου σχετίζεται με το ξίδι ή το οξικό οξύ (π.χ. οξική μυρωδιά).
#44
μοτέρ
μοτέρ
ο κινητήρας
#43
κοιτά
κοιτά
ρήμαΠροστακτική του «κοιτάω»: στρέψε το βλέμμα σου/δες κάτι, πρόσεξε.
#42
λόρδε
λόρδε
κλητική ενικού του λόρδος
#41
κλοιό
κλοιό
αιτιατική ενικού του κλοιός
#40
αρουέ
αρουέ
#39
ευώδη
ευώδη
επίθετοΠου έχει ευχάριστη, έντονη μυρωδιά· αρωματικός.
#38
συλών
συλών
#37
αθέρα
αθέρα
γυναικείο επώνυμο