Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,764 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#24
θεϊκέ
θεϊκέ
κλητική ενικού του θεϊκός
#23
κρύας
κρύας
επίθετοΘηλυκό του «κρύος»: πολύ χαμηλής θερμοκρασίας, παγωμένη (π.χ. κρύα μέρα/νερό).
#22
φίκοι
φίκοι
ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φίκος
#21
γοώδη
γοώδη
#20
δεχτώ
δεχτώ
ρήμαΑποδέχομαι κάτι, το δέχομαι ή συμφωνώ να το πάρω/να το κάνω.
#19
έργον
έργον
ουσιαστικόΔουλειά ή εργασία που γίνεται για να παραχθεί αποτέλεσμα.
#18
λήμνε
λήμνε
#17
δεκτό
δεκτό
επίθετοΑποδεκτό, κάτι που γίνεται δεκτό ή εγκρίνεται.
#16
μιαρά
μιαρά
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μιαρός
#15
αβρός
αβρός
απαλός, μαλακός
#14
πλάση
πλάση
ουσιαστικόΗ δημιουργία ή διαμόρφωση κάτι, δηλ. το «πλάσιμο» (π.χ. ζύμης ή μορφής).
#13
λωλών
λωλών
γενική πληθυντικού του λωλός
#12
μύησή
μύησή
ουσιαστικόΗ μύηση είναι η εισαγωγή κάποιου σε μια ομάδα, τελετή ή γνώση, συνήθως με ειδική διαδικασία.
#11
τόκοι
τόκοι
ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τόκος
#10
νούλα
νούλα
το μηδενικό, το τίποτε
#9
πάρλα
πάρλα
η ομιλητικότητα, η φλυαρία, η πολυλογία
#8
θήκες
θήκες
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θήκη
#7
λάλοι
λάλοι
επίθετο«Λάλοι» είναι οι ομιλητικοί/φλύαροι άνθρωποι, αυτοί που μιλούν πολύ.
#6
βεργή
βεργή
γυναικείο επώνυμο
#5
σκύλα
σκύλα
ο θηλυκός σκύλος
#4
μαορί
μαορί
των ιθαγενών Μάορι (γνωστή ως Māori ή Te Reo Māori ή Te Reo). Είναι μία από τις τρεις επίσημες γλώσσ…
#3
βρεθώ
βρεθώ
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρίσκομαι
#2
άχυρα
άχυρα
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άχυρο
#1
άμαχα
άμαχα