Wordle Ελληνικά · Αρχείο

Όλες οι λέξεις

1,864 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#1654
γρύζω
γρύζω
γρυλίζω
#1653
ψήνει
ψήνει
ρήμαΜαγειρεύει κάτι στη φωτιά ή στον φούρνο μέχρι να γίνει.
#1652
σίτες
σίτες
ουσιαστικόΠληθυντικός του «σίτος»: τα σιτηρά, δηλαδή το σιτάρι και γενικά οι καρποί που γίνονται αλεύρι/ψωμί.
#1651
εσένα
εσένα
Αντωνυμία που σημαίνει «εσένα», δηλ. το άτομο στο οποίο απευθύνεται ο ομιλητής (αιτιατική του «εσύ»)…
#1650
ηχεία
ηχεία
ουσιαστικόΣυσκευές που αναπαράγουν ήχο από ηλεκτρικό σήμα, όπως τα ηχεία ενός υπολογιστή ή στερεοφωνικού.
#1649
φίνοι
φίνοι
επίθετοΠληθυντικός του «φίνος»: κομψοί, εκλεπτυσμένοι ή πολύ καλής ποιότητας.
#1648
απατέ
απατέ
κλητική ενικού του απατός
#1647
μπετό
μπετό
ουσιαστικόΣκυρόδεμα, υλικό οικοδομής από τσιμέντο, άμμο, χαλίκι και νερό.
#1646
έξεες
έξεες
#1645
ικανή
ικανή
επίθετοΘηλυκό του «ικανός»: που έχει την ικανότητα να κάνει κάτι καλά ή είναι κατάλληλη για κάτι.
#1644
χέρσο
χέρσο
επίθετοΆγονος ή ακαλλιέργητος (για γη), χωρίς βλάστηση ή παραγωγή.
#1643
σαλών
σαλών
γενική πληθυντικού του σαλός
#1642
αμάκα
αμάκα
η διαβίωση με τα χρήματα άλλων
#1641
σοροί
σοροί
ουσιαστικόΠληθυντικός του «σωρός»: στοίβες/μάζες από πράγματα ή υλικά, συνήθως άτακτα συγκεντρωμένα.
#1640
κακής
κακής
επίθετοΓενική ενικού θηλυκού του «κακή»: της κακής, δηλ. της κακόβουλης ή κακής ποιότητας.
#1639
νταής
νταής
ουσιαστικόΆτομο που κάνει τον μάγκα και τον σκληρό, συχνά με επιθετική ή νταηλίδικη συμπεριφορά.
#1638
γοργό
γοργό
επίθετοΠου κινείται ή γίνεται γρήγορα, με ταχύτητα.
#1637
λάππα
λάππα
γυναικείο επώνυμο
#1636
γκογκ
γκογκ
άλλη μορφή του γκονγκ
#1635
ζήλια
ζήλια
ουσιαστικόΤο συναίσθημα φθόνου ή ανασφάλειας όταν φοβάσαι ότι κάποιος άλλος παίρνει την αγάπη ή την προσοχή πο…
#1634
εκράν
εκράν
η οθόνη, αναφερόμενο είτε στην μεγάλη οθόνη, την οθόνη του κινηματογράφου , είτε στην οθόνη της τηλε…
#1633
κλίμα
κλίμα
ουσιαστικόΟι καιρικές συνθήκες που επικρατούν συνήθως σε μια περιοχή για μεγάλο χρονικό διάστημα.
#1632
ρικνή
ρικνή
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρικνός
#1631
ξέβγα
ξέβγα
ουσιαστικόΞέβγα: το νερό/υγρό με το οποίο ξεπλένουμε κάτι ή το ξέπλυμα (π.χ. των μαλλιών).
#1630
έρεπα
έρεπα
#1629
βγάλε
βγάλε
ρήμαΠροστακτική του «βγάζω»: βγάλε κάτι έξω ή αφαίρεσέ το (π.χ. ρούχο, αντικείμενο).
#1628
πήζει
πήζει
ρήμαΠήζει: γίνεται πηχτό ή στερεοποιείται, όπως το γάλα όταν πήζει σε γιαούρτι.
#1627
πυρρό
πυρρό
αιτιατική ενικού του πυρρός
#1626
αρμού
αρμού
γενική ενικού του αρμός
#1625
σινιέ
σινιέ
που έχει σχέση ή αναφέρεται σε πολυτελές ένδυμα (με υπογραφή (μεγάλου) δημιουργού)