Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,763 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#1553
έρπον
έρπον
#1552
γεννώ
γεννώ
άλλη μορφή του γεννάω
#1551
λυτός
λυτός
που έχει λυθεί
#1550
θαμβό
θαμβό
αιτιατική ενικού του θαμβός
#1549
αρχές
αρχές
πληθυντικός που συνηθίζεται για να δηλώσει αορίστως κάποια μορφή επίσημης εξουσίας
#1548
αύγης
αύγης
ανδρικό όνομα
#1547
έφοδο
έφοδο
ουσιαστικόΑιφνιδιαστική επίθεση ή δυναμική εισβολή/έφοδος σε χώρο.
#1546
ελλάς
ελλάς
λόγιος τύπος του ονόματος Ελλάδα (καθαρεύουσα Ἑλλάς)
#1545
λίτρα
λίτρα
λίτρο
#1544
άφορη
άφορη
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άφορος
#1543
ψάλτη
ψάλτη
γυναικείο επώνυμο
#1542
όριζε
όριζε
ρήμαΠαρατατικός του «ορίζω»: καθόριζε ή έθετε όρια/κανόνες.
#1541
λαντό
λαντό
κλειστή άμαξα
#1540
θετών
θετών
γενική πληθυντικού του θετός
#1539
άμυλα
άμυλα
ουσιαστικόΥδατάνθρακες που βρίσκονται σε τρόφιμα όπως πατάτες, ρύζι και ψωμί (άμυλο).
#1538
ωνίων
ωνίων
#1537
ρητού
ρητού
γενική ενικού του ρητός
#1536
ίκαρο
ίκαρο
αιτιατική ενικού του Ίκαρος
#1535
κοριέ
κοριέ
κλητική ενικού του κοριός
#1534
νάνος
νάνος
άνθρωπος πολύ κοντός και μικρόσωμος σε σχέση με άλλα άτομα της ηλικίας του
#1533
ρίσκα
ρίσκα
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρίσκο
#1532
παρία
παρία
γυναικείο όνομα
#1531
όθωνα
όθωνα
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#1530
οξέως
οξέως
γενική ενικού του οξύ
#1529
τίτος
τίτος
ανδρικό όνομα
#1528
φρύξε
φρύξε
β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φρύγω
#1527
μηρού
μηρού
γενική ενικού του μηρός
#1526
αιγές
αιγές
ουσιαστικόΠληθυντικός του «αίγα»: κατσίκες.
#1525
κορία
κορία
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#1524
κόπων
κόπων
ουσιαστικόΓενική πληθυντικού του «κόπος»: προσπάθειες ή δυσκολίες που καταβάλλονται για κάτι.