1,724 daily words and counting
#1244 · Nov 14, 2024
#1243 · Nov 13, 2024
ανδρικό όνομα
#1242 · Nov 12, 2024
κλίμακα, μόνιμη πακτωμένη κατασκευή (σχετ. κλιμακοστάσιο), με βαθμίδες (σκαλοπάτ…
#1241 · Nov 11, 2024
αριστερά
#1240 · Nov 10, 2024
κατασκευή για τοποθέτηση ποικίλων αντικειμένων
#1239 · Nov 09, 2024
genitive plural of ρολό (roló)
#1238 · Nov 08, 2024
#1237 · Nov 07, 2024
γενική πληθυντικού του θείο
#1236 · Nov 06, 2024
η πόλη και ο πύργος όπου συνέβη η σύγχυση των γλωσσών σύμφωνα με την Βίβλο
#1235 · Nov 05, 2024
καίω, πυρπολώ, προκαλώ έντονα συναισθήματα
#1234 · Nov 04, 2024
#1233 · Nov 03, 2024
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαντός
#1232 · Nov 02, 2024
#1231 · Nov 01, 2024
κλητική ενικού του πύργος
#1230 · Oct 31, 2024
Made of earth or dust; earthly, material.
#1229 · Oct 30, 2024
Children or descendants; the next generation.
#1228 · Oct 29, 2024
A large wild cat with orange fur and black stripes; a tiger.
#1227 · Oct 28, 2024
#1226 · Oct 27, 2024
ανδρικό όνομα
#1225 · Oct 26, 2024
Genitive singular of “φακός”: of a flashlight or an optical lens (e.g., a camera…
#1224 · Oct 25, 2024
γυναικείο όνομα
#1223 · Oct 24, 2024
#1222 · Oct 23, 2024
#1221 · Oct 22, 2024
γενική ενικού του τόπος
#1220 · Oct 21, 2024
γυναικείο όνομα
#1219 · Oct 20, 2024
γυναικείο επώνυμο
#1218 · Oct 19, 2024
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γάνα
#1217 · Oct 18, 2024
#1216 · Oct 17, 2024
Acceptable; something that is accepted or considered OK/allowed.
#1215 · Oct 16, 2024
“Τυφλέ” is the vocative of “τυφλός” and means “you who can’t see” (often as an a…