Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,777 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#697
αγέρα
αγέρα
ουσιαστικόΟ αέρας, το ρεύμα αέρα (συνήθως δροσερό) που φυσά.
#696
τέλμα
τέλμα
ουσιαστικόΣτάσιμο, βαλτώδης κατάσταση χωρίς πρόοδο ή εξέλιξη.
#695
γοφού
γοφού
γενική ενικού του γοφός
#694
έκτου
έκτου
Γενική του «έκτος»: «του έκτου» (π.χ. του έκτου ορόφου/μήνα), δηλ. που είναι στη θέση 6.
#693
άφοβε
άφοβε
κλητική ενικού του άφοβος
#692
σμίξε
σμίξε
ρήμαΠροστακτική του «σμίγω»: έλα/ελάτε σε επαφή ή ενώσου/ενωθείτε με κάποιον ή κάτι.
#691
βόησε
βόησε
ρήμα«βόησε» = έκανε δυνατό θόρυβο/βούιξε (αόριστος του «βοάω»).
#690
ξεχνά
ξεχνά
ρήμαΞεχνά: δεν θυμάται κάτι ή αφήνει κάτι να του διαφύγει από τη μνήμη.
#689
ψόφιε
ψόφιε
#688
αύξον
αύξον
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αύξων
#687
τάξτε
τάξτε
ρήμαΠροστακτική του «τάσσω»: δώσε εντολή ή όρισε/καθόρισε κάτι.
#686
διήγα
διήγα
#685
θρύλα
θρύλα
#684
κοίτη
κοίτη
ουσιαστικόΤο κρεβάτι ή το στρώμα όπου κοιμάται κάποιος.
#683
οβίντ
οβίντ
#682
πίροι
πίροι
ουσιαστικόΜεταλλικοί πείροι/καρφιά που χρησιμοποιούνται για στερέωση ή σύνδεση εξαρτημάτων.
#681
καίμε
καίμε
ρήμαΜορφή του ρήματος «καίω»: «καίμε» = «εμείς καίμε», δηλ. καίγουμε κάτι ή καιγόμαστε.
#680
λόγοι
λόγοι
ουσιαστικόΠληθυντικός του «λόγος»: λόγια, ομιλίες ή κείμενα που εκφράζουν σκέψεις/ιδέες.
#679
ένατο
ένατο
επίθετοΤο «ένατο» είναι το ουδέτερο του «ένατος» και σημαίνει «το 9ο» σε σειρά ή κατάταξη.
#678
όστια
όστια
ουσιαστικόΛεπτή άζυμη όστια (wafer) που χρησιμοποιείται στη Θεία Κοινωνία στη δυτική χριστιανική παράδοση.
#677
μύρτα
μύρτα
ουσιαστικόΗ μυρτιά, αρωματικός αειθαλής θάμνος (μυρτιά).
#676
ξένην
ξένην
ουσιαστικόΑιτιατική ενικού του «ξένη»: γυναίκα που δεν είναι από εδώ, άγνωστη ή επισκέπτρια.
#675
λαδιά
λαδιά
ουσιαστικόΛαδιά: λάδι που έχει χυθεί και λερώνει/γλιστράει (π.χ. στο πάτωμα ή στο δρόμο).
#674
ενέχω
ενέχω
ρήμαΈχω ευθύνη ή υποχρέωση για κάτι, ή εμπλέκομαι σε κάτι.
#673
βαρδή
βαρδή
γυναικείο επώνυμο
#672
σινιά
σινιά
#671
φασόν
φασόν
ουσιαστικόΈτοιμο ρούχο ή προϊόν μαζικής παραγωγής, τυποποιημένο και όχι κατά παραγγελία.
#670
άσεβο
άσεβο
επίθετοΑυτός που δεν σέβεται τα ιερά ή τους άλλους· αναιδής, ασέβης.
#669
κοκτό
κοκτό
#668
ίσαλε
ίσαλε
κλητική ενικού του ίσαλος