Wordle Ελληνικά · Αρχείο

Όλες οι λέξεις

1,864 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#1474
ηχείο
ηχείο
η ηλεκτρική ή ηλεκτρονική συσκευή που μεταδίδει ή ενισχύει τον ήχο
#1473
θάψαν
θάψαν
ρήμαΤρίτο πληθυντικό αορίστου του «θάβω»: έθαψαν, δηλ. έβαλαν κάτι/κάποιον στο χώμα (έκαναν ταφή).
#1472
ήγαγα
ήγαγα
ρήμαΠαρατατικός/αόριστος του «άγω»: έφερα ή οδήγησα κάποιον/κάτι κάπου.
#1471
πυρός
πυρός
γενική ενικού του πυρ
#1470
ισχνέ
ισχνέ
επίθετοΠολύ αδύνατος, λεπτός στο σώμα (κλητική του «ισχνός»).
#1469
κοάξω
κοάξω
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοάζω
#1468
φόροι
φόροι
ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φόρος
#1467
παστά
παστά
ουσιαστικόΑλλαντικά ή κρέας/ψάρι παστό, δηλαδή διατηρημένο με αλάτι (συχνά και καπνιστό).
#1466
ήρθες
ήρθες
ρήμαΒ΄ ενικό αορίστου του «έρχομαι»: ήρθες = ήλθες, δηλ. «ήρθες εδώ/έφτασες».
#1465
μονές
μονές
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονή
#1464
πιάσε
πιάσε
β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πιάνω
#1463
μοίρα
μοίρα
το μερίδιο, το μερτικό
#1462
σουνα
σουνα
#1461
όπλου
όπλου
γενική ενικού του όπλο
#1460
κιάτο
κιάτο
πόλη στην Κορινθία της Πελοποννήσου
#1459
ελατό
ελατό
αιτιατική ενικού του ελατός
#1458
ρολού
ρολού
ουσιαστικόΓλυκό ή αρτοσκεύασμα σε σχήμα ρολού (π.χ. ρολό κέικ ή ρολό ψωμιού).
#1457
όχθες
όχθες
επίρρημαΧθες· την προηγούμενη μέρα από σήμερα.
#1456
όχτοι
όχτοι
ονομαστική και κλητική πληθυντικού του όχτος
#1455
σιφόν
σιφόν
είδος λεπτού μεταξωτού υφάσματος
#1454
αρσέν
αρσέν
ανδρικό όνομα
#1453
άτυπο
άτυπο
αιτιατική ενικού του άτυπος
#1452
ένθεο
ένθεο
επίθετοΠου είναι γεμάτος ενθουσιασμό ή έμπνευση.
#1451
φύατε
φύατε
#1450
έβηξε
έβηξε
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βήχω
#1449
βαλτέ
βαλτέ
κλητική ενικού του βαλτός
#1448
σεπτό
σεπτό
αιτιατική ενικού του σεπτός
#1447
ξενία
ξενία
η φιλοξενία
#1446
παπών
παπών
γενική πληθυντικού του πάπας
#1445
σάουν
σάουν