Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά · Archive
Όλες οι λέξεις
1,759
καθημερινές λέξεις και αυξάνονται
Classic
Speed Streak
Dordle
Quordle
Octordle
Sedecordle
Duotrigordle
#1369
ξάνθη
επίθετο
Θηλυκό του «ξανθός»: γυναίκα ή κορίτσι με ξανθά μαλλιά.
#1368
σμόκι
ουσιαστικό
Είδος σακακιού/κοστουμιού για επίσημες εμφανίσεις (tuxedo).
#1367
χάνοι
ουσιαστικό
«Χάνοι» είναι ο πληθυντικός του «χάνος», δηλ. ψάρι (είδος ροφού/σερράνου).
#1366
αιακό
#1365
σκύρε
#1364
ράφια
ουσιαστικό
Πληθυντικός του «ράφι»: οι οριζόντιες επιφάνειες σε ντουλάπι ή τοίχο για να βάζουμε/αποθηκεύουμε πρά…
#1363
φρουτ
ουσιαστικό
Δάνειο από τα αγγλικά: φρούτο, συνήθως ως τρόφιμο (π.χ. «φρουτ σαλάτα»).
#1362
τιμές
ουσιαστικό
Οι τιμές είναι τα ποσά χρημάτων που ζητούνται ή πληρώνονται για αγαθά ή υπηρεσίες.
#1361
δομών
ουσιαστικό
Γενική πληθυντικού του «δομή»: των δομών, δηλ. των οργανωτικών/κατασκευαστικών σχημάτων ή συστημάτων…
#1360
σανού
γενική ενικού του σανός
#1359
γέρων
ουσιαστικό
Ηλικιωμένος άνδρας, γέρος.
#1358
φωλιά
ουσιαστικό
Κατασκευή όπου ζουν και γεννούν τα πουλιά, συνήθως από κλαδιά ή χόρτα.
#1357
έδεφε
#1356
ούρων
ουσιαστικό
Γενική πληθυντικού του «ούρο»· τα ούρα (το υγρό που αποβάλλεται με την ούρηση).
#1355
σέβας
ουσιαστικό
Βαθύς σεβασμός και εκτίμηση προς κάποιον ή κάτι.
#1354
ταμάς
#1353
ενικό
ουσιαστικό
Ο ενικός είναι ο γραμματικός αριθμός που δηλώνει ένα πρόσωπο ή πράγμα.
#1352
ψήφων
ουσιαστικό
Γενική πληθυντικού του «ψήφος»: των ψήφων, δηλ. των ψήφων/ψήφων που δόθηκαν σε ψηφοφορία.
#1351
νάνση
γυναικείο όνομα
#1350
μέτρο
ουσιαστικό
Μονάδα ή τρόπος μέτρησης (π.χ. μήκους, ποσότητας)· επίσης το «μέτρο» ως κανόνας/όριο.
#1349
άθεης
επίθετο
Άτομο που δεν πιστεύει στον Θεό ή σε θεούς.
#1348
τσίμα
ουσιαστικό
Η τσίμα είναι η άκρη ή το τελείωμα ενός πράγματος, ιδίως υφάσματος ή ρούχου.
#1347
βρίθω
ρήμα
Είμαι γεμάτος ή φορτωμένος (συνήθως με κάτι).
#1346
λαύρα
ουσιαστικό
Στενό δρομάκι ή πέρασμα ανάμεσα σε σπίτια/κτίρια, συνήθως σε παλιές γειτονιές.
#1345
ρόλος
ουσιαστικό
Ο ρόλος είναι η λειτουργία ή το μέρος που έχει κάποιος σε μια κατάσταση ή σε ένα έργο.
#1344
παστή
ουσιαστικό
Παστή: παστό ψάρι, συνήθως μπακαλιάρος, διατηρημένο με αλάτι.
#1343
έλκυε
ρήμα
Παρατατικός του «έλκω»: τραβούσε/έσερνε κάτι προς το μέρος του.
#1342
ράβει
ρήμα
Ράβει: ενώνει ύφασμα ή άλλο υλικό με βελόνα και κλωστή, φτιάχνοντας ή επιδιορθώνοντας ρούχα.
#1341
ελκών
genitive plural of έλκος (élkos)
#1340
ερνστ
ανδρικό όνομα
← Newer
Page 14 / 59
Older →
Play Today's Wordle