Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,777 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#847
ναρσή
ναρσή
#846
λάμψε
λάμψε
β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λάμπω
#845
χιμάν
χιμάν
#844
άχολε
άχολε
κλητική ενικού του άχολος
#843
λίτον
λίτον
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#842
φόρμά
φόρμά
ουσιαστικόΈντυπο ή ηλεκτρονική φόρμα για συμπλήρωση στοιχείων.
#841
βάσκο
βάσκο
ανδρικό όνομα
#840
όρνις
όρνις
ουσιαστικόΠουλί, γενικά (όρνιθο).
#839
χώσει
χώσει
ρήμαΘα θάψει ή θα καλύψει κάτι με χώμα (π.χ. θα «χώσει» κάτι στο χώμα).
#838
αριών
αριών
γενική πληθυντικού του αριός
#837
στοές
στοές
ουσιαστικόΣκεπαστοί διάδρομοι με κολόνες, συνήθως σε δημόσιους χώρους ή γύρω από πλατείες/κτίρια.
#836
μιξάζ
μιξάζ
η τεχνική εργασία της μείξης ήχου και εικόνας
#835
ριπές
ριπές
ουσιαστικόΞαφνικές, δυνατές ριπές ανέμου ή αέρα που έρχονται κατά διαστήματα.
#834
βάψου
βάψου
ρήμαΠροστακτική του «βάφω»: βάψε (τον εαυτό σου) ή βάψε κάτι, π.χ. μαλλιά/νύχια.
#833
σύρτη
σύρτη
λόφος άμμου στο βυθό της θάλασσας, που μεταβάλλεται ως προς το σχήμα και τη θέση του από την επίδρασ…
#832
χρέος
χρέος
το χρηματικό ποσό που πρέπει να επιστραφεί στον δανειστή
#831
όρχου
όρχου
γενική ενικού του όρχος
#830
μόνου
μόνου
επίθετοΓενική ενικού του «μόνος»: του μοναδικού, του ενός και μόνο.
#829
όσκαρ
όσκαρ
ουσιαστικόΤο βραβείο Όσκαρ, κορυφαία διάκριση της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.
#828
τρίτο
τρίτο
επίθετοΤο «τρίτο» είναι το ουδέτερο του «τρίτος» και σημαίνει αυτό που είναι στη θέση 3 (π.χ. το τρίτο παιδ…
#827
δεχτό
δεχτό
επίθετοΑποδεκτό· κάτι που γίνεται δεκτό ή θεωρείται σωστό/εντάξει.
#826
σκίνα
σκίνα
ουσιαστικόΗ σκίνα είναι το φυτό μαστιχόδεντρο (Pistacia lentiscus), που δίνει τη μαστίχα.
#825
κενοί
κενοί
επίθετο«Κενοί» σημαίνει άδειοι, χωρίς περιεχόμενο ή χωρίς ουσία.
#824
διάνα
διάνα
γυναικείο όνομα
#823
γερές
γερές
επίθετοΘηλυκό πληθυντικό του «γερός»: δυνατές, ανθεκτικές, σε καλή κατάσταση/υγεία.
#822
άδειά
άδειά
ουσιαστικόΗ άδεια είναι η επίσημη έγκριση ή το δικαίωμα να κάνεις κάτι (π.χ. άδεια από τη δουλειά).
#821
έβαζα
έβαζα
ρήμαΠαρατατικός του «βάζω»: τοποθετούσα ή έβαζα κάτι κάπου (π.χ. έβαζα το βιβλίο στο ράφι).
#820
πέννα
πέννα
ουσιαστικόΣτυλό ή πένα για γράψιμο.
#819
βιώσω
βιώσω
ρήμαΘα ζήσω, θα περάσω μια περίοδο ζωής ή θα βιώσω κάτι.
#818
αγνοώ
αγνοώ
δεν γνωρίζω ένα θέμα